Με αφορμή τον τελικό παγκοσμίου κυπέλλου ποδοσφαίρου που διεξήχθη στις 19 Ιουλίου 2026, την επιτυχία της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου της Ισπανίας που κατάφερε να κερδίσει τον τίτλο της παγκόσμιας πρωταθλήτριας εθνικών ομάδων, τον χρόνο που καταναλώθηκε για την προβολή των αγώνων και τις αναλύσεις που επακολούθησαν γύρω από ποδοσφαιρικά και κοινωνικά θέματα που σχετίζονται με το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου, μου γεννήθηκαν κάποιες σκέψεις σχετικά με τη σύγχρονη εκδοχή των αθλητικών διοργανώσεων και την έμφαση που δίδεται από το κράτος και τον μηχανισμό των μέσων μαζικής επικοινωνίας στην προβολή του αθλητισμού ως αξίας.
Η ανάπτυξη της τεχνολογίας επέφερε τη δυνατότητα δημιουργίας περισσότερων τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών σε σχέση με το παρελθόν και η ανάπτυξη του διαδικτύου επέφερε τη δημιουργία πολλών ιστοσελίδων αθλητικού περιεχομένου. Στη σημερινή εποχή υπάρχει δυνατότητα ένας άνθρωπος να παρακολουθεί αθλητικές δραστηριότητες σχεδόν ολόκληρο τον χρόνο, ακόμη και κατά τη διάρκεια των εορταστικών περιόδων, ενώ τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και πιο εμφανές ότι τα ομαδικά και τα ατομικά αθλήματα προβάλλονται πέραν του δέοντος από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και στηρίζονται συστηματικά από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.
Κοινό χαρακτηριστικό όλων των αθλημάτων ομαδικών και ατομικών είναι η απλοϊκή φιλοσοφία τους. Οι κανόνες του παιχνιδιού της συντριπτικής πλειοψηφίας των αθλημάτων είναι απλοϊκοί και εύληπτοι από τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών, χωρίς να σημαίνει ότι είναι εύκολη η συμμετοχή και η διαδικασία ενασχόλησης με αυτά τα αθλήματα. Δεν είναι τυχαίο, όμως, ότι μικρά παιδιά του δημοτικού πολύ εύκολα μπορούν να απομνημονεύσουν τους κανόνες του ποδοσφαίρου και άλλων αθλημάτων και να αφοσιωθούν σε ένα ατελείωτο παιχνίδι.
Το ζήτημα όμως αρχίζει να λαμβάνει κι άλλες διαστάσεις. Συγκεκριμένα παρατηρείται το φαινόμενο η δημοσιότητα που λαμβάνουν οι αθλητικές δραστηριότητες να υπερβαίνει το φυσιολογικό. Χαρακτηριστικό είναι ότι η κρατική τηλεόραση διέκοπτε πολλές φορές το πρόγραμμά της, ακόμη κι όταν μεταδιδόταν ειδήσεις που αφορούσαν τον πόλεμο μεταξύ των Η.Π.Α. και του Ιράν ή ακόμη και ζητήματα τρομοκρατίας, για να δείξει τους πανηγυρισμούς των Ισπανών για την κατάκτηση του παγκοσμίου κυπέλλου ποδοσφαίρου ή την κατήφεια των Αργεντινών για την ήττα της εθνικής ομάδας τους. Άλλα ζητήματα, όπως η υγιεινή διατροφή, η περιβαλλοντική υποβάθμιση, η μεταναστευτική κρίση, ο πόλεμος της Ρωσίας με την Ουκρανία και άλλα τόσα περνούν στα «ψιλά γράμματα», δηλαδή παραβλέπονται και υποβαθμίζονται και σοβαρές πληροφορίες ανευρίσκονται μόνο κατόπιν εκτενούς έρευνας που πρέπει να κάνει ο καθένας ατομικά.
Το νόημα των σύγχρονων αθλητικών διοργανώσεων ξεφεύγει πλήρως από αυτό που έδιναν σε αυτές οι αρχαίοι Έλληνες. Στην αρχαία Ελλάδα η ενασχόληση με τον αθλητισμό είχε υψηλή σημασία, καθώς η ανάπτυξη των σωματικών ικανοτήτων, της φυσικής ρώμης, της ταχύτητας και της ευελιξίας των αθλητών αποτελούσαν πρότυπο για τους νέους της πόλης - κράτους, γιατί ήταν στοιχεία που χαρακτήριζαν τους πολεμιστές και κατ’ επέκταση την επιβίωση της ίδιας της πόλης από τις εχθρικές επιδρομές. Το πιο γνωστό παράδειγμα ήταν η Σπάρτη που ουσιαστικά όλοι οι ελεύθεροι πολίτες, οι αποκαλούμενοι «Όμοιοι», είχαν ως αποκλειστική ενασχόληση τον πόλεμο και τον αθλητισμό. Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι κάθε πόλη είχε τους δικούς της αθλητικούς αγώνες, εκτός από τους πανελλήνιους αγώνες, όπως τα Νέμεα, τα Ίσθμια, τα Πύθια κτλ. Η σπουδαιότητα που απέδιδαν στον αθλητισμό οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται και από το γεγονός ότι οι αθλητικοί αγώνες είχαν αποκτήσει θρησκευτικό χαρακτήρα, καθώς οι περισσότεροι αγώνες ήταν αφιερωμένοι στους θεούς της εθνικής θρησκείας ή σε κάποιον ήρωα ή σε νεκρούς από πόλεμο.
Η μεγάλη διαφοροποίηση στην προβολή των αθλητικών αγώνων και την νοηματοδότησή τους επήλθε με τη ρωμαϊκή κατάκτηση. Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ο αθλητισμός απέκτησε θεαματικό χαρακτήρα, μεγαλοπρεπή παρουσίαση και προβολή, ενώ τα χαρακτηριστικά της εμπορευματοποίησης έγιναν για πρώτη φορά έντονα ορατά. Οι αθλητές επεδίωκαν, εκτός από τη δόξα, την απόκτηση χρήματος και υπήρχε βαθύτατη σχέση εξάρτησης από τους πλούσιους και ισχυρούς σε ένα είδος πελατειακών σχέσεων. Από τη μία πλευρά οι πάτρωνες, οι πλούσιοι ρωμαίοι, αξιοποιούσαν τα αθλητικά θεάματα, για να είναι αρεστοί στον λαό κερδίζοντας την ψήφο του και από την άλλη οι αθλητές, που πολλές φορές ήταν απελεύθεροι ή σκλάβοι, αποτελούσαν την «πελατεία» των πλουσίων αριστοκρατών που χρηματοδοτούσαν τα παιχνίδια για ίδιον πολιτικό όφελος. Στον Μεσαίωνα ο αθλητισμός παραμελήθηκε και ατόνησε η αγάπη για την άθληση. Στη βυζαντινή αυτοκρατορία μορφή αθλητισμού αποτελούσαν οι ιπποδρομίες, οι οποίες είχαν αποκτήσει πολιτικά χαρακτηριστικά με κραυγαλέο παράδειγμα τη Στάση του Νίκα, όπου ουσιαστικά οι ιδιοκτήτες των αθλητικών σωματείων του ιπποδρόμου επεδίωξαν να εκθρονίσουν τον Ιουστινιανό, για να τοποθετήσουν φίλα προσκείμενο αυτοκράτορα σε αυτούς.
Παρατηρείται στη σημερινή εποχή, για άλλη μια φορά, μία αμαύρωση του αθλητικού ιδεώδους, σε σχέση με το αρχαίο ελληνικό πρότυπο. Στις μέρες μας ο μαζικός και οργανωμένος αθλητισμός δεν υπηρετεί μόνο τα αθλητικά ιδεώδη. Οι περισσότερες αθλητικές ομάδες ανήκουν σε ομίλους πολυεθνικών ή σε κατόχους αμύθητης περιουσίας, που συμπτωματικά είναι ιδιοκτήτες εφημερίδων, ραδιοτηλεοπτικών σταθμών και ιστοσελίδων. Ακόμη και στις περιπτώσεις των ατομικών αθλημάτων, όπως το τένις συνωστίζονται πολυεθνικές, οι οποίες προβάλλουν συγκεκριμένο τρόπο ζωής και προϊόντα, για όφελός τους προφανώς.
Μαζί με το οικονομικό ζήτημα συμπλέει και το πολιτικό, καθώς πολιτικοί διαφόρων κομμάτων είτε προβάλλονται μέσα από τα αθλητικά δρώμενα είτε αποκομίζουν στοιχεία διασημότητας από αθλητικές ομάδες ή μεμονωμένους αθλητές, προφανώς για ίδιον όφελος. Αυτή η παράδοξη εκ πρώτης όψεως κατάσταση ξεκίνησε από την πρώτη Ολυμπιάδα του 1896. O Πιέρ ντε Κουμπερτέν, ιδρυτής των σύγχρονων ολυμπιακών αγώνων, ιστορικός, παιδαγωγός και πολιτικός αριστοκρατικής καταγωγής ίσως να μην είχε στο μυαλό του ότι το αθλητικό ιδεώδες θα λάβει κατεύθυνση περισσότερο όμοια με αυτή της αρχαίας Ρώμης παρά της αρχαίας Ελλάδας. Η πορεία προς την πολιτική «αξιοποίηση» όμως διαφάνηκε από την αρχή, γιατί μπορεί οι δύο εθνικοί ευεργέτες, ο Γεώργιος Αβέρωφ να ανέλαβε εξ ολοκλήρου την αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου με δωρεά άνω των 920.000 δραχμών, μυθικού ποσού για την εποχή, και ο Ευαγγέλης Ζάππας να άφησε με τη διαθήκη του την απαραίτητη περιουσία για την αναβίωση των αγώνων, ο Διάδοχος Κωνσταντίνος όμως ήταν αυτός που ανέλαβε την προεδρία της Οργανωτικής Επιτροπής.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθεί ότι αυτή η κατάσταση θυμίζει όλο και περισσότερο την αρχαία Ρώμη και το ρητό «άρτος και θεάματα». Τότε οι αυτοκράτορες, για να αντιμετωπίζουν την οργή των υπηκόων τους, έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στα θεάματα, καθώς με αυτά κατάφερναν να αποπροσανατολίζουν τους υπηκόους τους από ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και συμμετοχής στα πολιτικά δρώμενα και να τους ικανοποιούν με φθηνά και βίαια θεάματα. Δυστυχώς σε ένα βαθμό αυτό επαναλαμβάνεται στις μέρες μας. Δεν είναι τυχαίο ότι στις εκλογές της Κυριακής 25 Ιουνίου του 2023 στην Ελλάδα σημειώθηκε ρεκόρ ποσοστού αποχής από τις εθνικές εκλογές , καθώς η αποχή άγγιξε το 47,17%, ξεπερνώντας το προηγούμενο ρεκόρ των εκλογών του Σεπτεμβρίου 2015, όταν η αποχή είχε φθάσει το 43,84%, σύμφωνα με δημοσίευμα της Καθημερινής στις 27 Ιουνίου του 2023.
Με αυτό τον τρόπο ίσως οι πολιτικοί δεν έχουν το άγχος των αγωνιωδών ερωτημάτων των πολιτών για το ποια κατεύθυνση θα λάβει η χώρα και οι θεσμοί της, καθώς οι περισσότεροι πολίτες είναι απασχολημένοι με τα «αθλητικά». Είτε είναι χαρούμενοι γιατί η ομάδα τους πήρε το πρωτάθλημα είτε κατηφείς, γιατί το έχασε από λανθασμένες επιλογές του προπονητή και από ατυχή σφυρίγματα μη καταρτισμένων διαιτητών. Οι παλαιοί μονομάχοι έδωσαν τη θέση τους σε αθλητές με περίτεχνα χτενίσματα και πολύχρωμα τατουάζ.
Όσο περνούν τα χρόνια ο μηχανισμός των ΜΜΕ και των κρατικών θεσμών προωθεί περισσότερα αθλήματα. Για παράδειγμα το ποδόσφαιρό έχει πλέον πολλά χρόνια που βρίσκεται στο προσκήνιο. Στη δεκαετία του 1980 προωθήθηκε ιδιαίτερα το μπάσκετ, το οποίο τώρα έχει καταξιωθεί στη συνείδηση των πολιτών. Τα τελευταία χρόνια προβάλλονται και άλλα αθλήματα, όπως το τένις. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις περιπτώσεις είναι ότι ένα μικρό μερίδιο των αθλητών από αυτά τα αθλήματα λαμβάνει εξωφρενικές αμοιβές. Αυτό δημιουργεί την ψευδαίσθηση σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού ότι μπορεί και αυτό να λάβει τέτοια ποσά. Φυσικά θα υπάρξουν και αθλητές που θα το πετύχουν, θα είναι όμως ελάχιστοί.
Παρατηρείται, λοιπόν, το παράδοξο των υπέρογκων αμοιβών κάποιων αθλητών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Κριστιάνο Ρονάλντο, ο οποίος, σύμφωνα με δημοσίευμα του in.gr στις 27 Ιουνίου του 2025, λαμβάνει περί τα 600 εκατομμύρια ευρώ αμοιβή για δύο χρόνια, ποσοστό 15% της ομάδας Αλ Νασρ, στην οποία αγωνίζεται, ιδιωτικό τζετ και περίπου 60-65 εκατομμύρια ευρώ από διαφημιστικές εταιρείες. Δεν έχει νόημα να αναφερθεί η περιουσία του από τα προηγούμενα χρόνια. Στο τένις η περιουσία του αντισφαιριστή Νόβακ Τζόκοβιτς, σύμφωνα με δημοσίευμα των The Times of India στις 20 Ιουλίου 2026, ξεπέρασε τα 200 εκατομμύρια ευρώ. Φυσικά αυτά τα περίεργα δεν συμβαίνουν μόνο στο εξωτερικό, καθώς σε δημοσίευμα του Sport 24 στις 30 Ιουλίου 2025 αναφέρεται ότι ο ποδοσφαιριστής του ΠΑΟΚ Ιωάννης Κωνσταντέλιας θα λαμβάνει ετησίως περί τα 1.500.000 ευρώ μέχρι και το 2029 που λήγει το τρέχον συμβόλαιό του με την ομάδα. Τα ίδια περίπου συμβαίνουν και σε άλλα αθλήματα, όπως το μπάσκετ. Προφανώς και όλα αυτά δεν είναι φυσιολογικά. Δεν είναι λογικό να αμείβεται ένας άνθρωπος με τέτοια ποσά, γιατί ούτε ανακάλυψε το ελιξίριο της αθανασίας ούτε είναι κάτοχος πολυεθνικής εταιρείας.
Αν παρατηρήσουμε όμως πιο προσεκτικά, θα δούμε ότι στη Super League 1 Ποδοσφαίρου Ανδρών, το σύνολο των ποδοσφαιριστών που την αποτελούν είναι περίπου 380-390 παίκτες. Από αυτούς περίπου οι μισοί είναι Έλληνες και οι υπόλοιποι ξένοι και από αυτούς 10 ως 20 αμείβονται με ποσά εξωφρενικά. Στη Super League 2 και στις ομάδες Κ19 είναι περίπου 1000 ποδοσφαιριστές και στη Γ εθνική περίπου 72 σωματεία έχουν 2200 ποδοσφαιριστές. Κάποιες χιλιάδες αγωνίζονται και στις πιο χαμηλές κατηγορίες. Συμπερασματικά, μπορεί να δίδονται κάποια σχιζοφρενικά ποσά σε κάποιους λίγους, οι περισσότεροι όμως ποδοσφαιριστές αμείβονται πολύ χαμηλά. Παρόμοια κατάσταση συμβαίνει στα περισσότερα αθλήματα.
Διαφαίνεται, όμως, ότι αυτοί οι λίγοι αθλητές φτάνουν για να κινητοποιούν χιλιάδες ανθρώπους που είτε καταναλώνουν χρόνο ως θεατές είτε μοχθούν για να μοιάσουν σε αυτούς εμπλεκόμενοι με κάποιο άθλημα, λίγοι επιτυχώς και οι περισσότεροι ανεπιτυχώς. Με λίγα λόγια προωθείται ένα άθλημα, από αυτό ξεχωρίζουν κάποιοι αθλητές, οι οποίοι αμείβονται εξωφρενικά, γύρω από αυτούς στήνεται ένα παιχνίδι ενδοαγωνιστικής και εξωαγωνιστικής δημοσιότητας, από το οποίο κερδίζουν διάφοροι κύκλοι. Ο απλός λαός είναι απασχολημένος με τον εμπορευματοποιημένο αθλητισμό και ένα ποσοστό του θέλει να πετύχει το όνειρο της δόξας και του χρήματος.
Είναι όμως αυτή η αξία του αθλητισμού; Σε καμία περίπτωση. Είτε στην αρχαία εποχή είτε στη σημερινή εποχή ο αθλητισμός βοηθάει στην ισόρροπη ανάπτυξη των σωματικών και ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου, στην ανάπτυξη αντοχής, υπομονής και επιμονής, στην κατάκτηση ισχυρής πειθαρχίας και στην ανάπτυξη αισιοδοξίας. Ενισχύει την αποφόρτιση του ατόμου από τον σύγχρονο πιεστικό τρόπο ζωής, όπου κυριαρχεί ο υλισμός, η πνευματική νωθρότητα και το κυνήγι των ηδονών μέσω της απόκτησης πλούτου και σωματικών απολαύσεων. Για να έχει αξία η ενασχόληση με τον αθλητισμό, χρειάζεται να κυριαρχεί στον υποψήφιο αθλητή μία αντίληψη πιο πνευματική και πιο «αγνή», ίσως πιο ρεαλιστική, παρά μία υλιστική προσέγγιση που ενέχει στοιχεία τζόγου και φρούδων ελπίδων για την κατάκτηση υπερβολικού πλουτισμού συνοδευόμενου από διασημότητα, ευκαιρίες ανάδειξης και ατελείωτη δόξα.
Με εκτίμηση
Κωνσταντίνος Παπανικολάου
Δάσκαλος - Φιλόλογος

0 Σχόλια