Κοιτάζοντας τη γη της Δυτικής Μακεδονίας, αναρωτήθηκα: Ποιος θα συνεχίσει; Χριστίνα Κολοκοτρώνη – Relationship & NLP Coaching

 



Πριν λίγες μέρες βρέθηκα ξανά στη Δυτική Μακεδονία. Καθώς περνούσα από χωριά και εκτάσεις δεμένες εδώ και χρόνια με την παραγωγή, μου γεννήθηκε μια σκέψη που στην αρχή έμοιαζε απλή. Όσο όμως την άφηνα μέσα μου, τόσο περισσότερο καταλάβαινα ότι αφορά πολύ περισσότερους από τους ανθρώπους που δουλεύουν τη γη.

Ποιος θα συνεχίσει;

Ποιοι θα είναι οι άνθρωποι που σε δέκα ή είκοσι χρόνια θα καλλιεργούν αυτά τα χωράφια, θα φροντίζουν τα ζώα, θα παράγουν και θα κρατούν ζωντανή μια δουλειά που για πολλές οικογένειες δεν ήταν ποτέ απλώς ένα επάγγελμα; Ήταν γνώση, καθημερινότητα, κόπος και ένας τρόπος ζωής που περνούσε από τη μία γενιά στην άλλη.

Ίσως επειδή οι περισσότεροι ζούμε μακριά από την καθημερινότητα της παραγωγής, έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε μόνο το τελικό αποτέλεσμα. Πηγαίνουμε να ψωνίσουμε και βρίσκουμε γάλα, φρούτα, λαχανικά, όσπρια, κρέας. Τα βάζουμε στο καλάθι μας και συνεχίζουμε τη μέρα μας. Σπάνια στεκόμαστε να σκεφτούμε τη διαδρομή που προηγήθηκε μέχρι να φτάσουν μπροστά μας.

Κι όμως, πίσω από κάθε προϊόν υπάρχει ένας άνθρωπος. Υπάρχει ένα χωράφι που πρέπει να καλλιεργηθεί, ένα κοπάδι που χρειάζεται καθημερινή φροντίδα, έξοδα που τρέχουν, καιρικές συνθήκες που κανείς δεν μπορεί να ελέγξει και ώρες δουλειάς που δεν χωρούν πάντα σε ένα συνηθισμένο ωράριο.

Η Δυτική Μακεδονία δεν είναι μια περιοχή όπου η παραγωγή υπάρχει απλώς στο φόντο. Τα στοιχεία της Απογραφής Γεωργίας - Κτηνοτροφίας της ΕΛΣΤΑΤ για το 2020 δείχνουν ότι η μέση χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση ανά εκμετάλλευση στην περιοχή έφτανε τα 124 στρέμματα, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος για τη χώρα ήταν 53,8 στρέμματα. Οι αριθμοί από μόνοι τους δεν λένε όλη την ιστορία, δείχνουν όμως πόσο ουσιαστική θέση έχει η γη και η παραγωγή σε αυτόν τον τόπο.

Και κάπου εδώ έρχεται το ερώτημα της επόμενης γενιάς.

Λέμε συχνά ότι οι νέοι φεύγουν από τα χωριά ή ότι δεν θέλουν να ασχοληθούν με τη γη. Το λέμε σχεδόν σαν να πρόκειται απλώς για μια προσωπική επιλογή. Πριν όμως τους κρίνουμε, αξίζει να δούμε τι βλέπουν οι ίδιοι μπροστά τους. Βλέπουν μια δουλειά που μπορεί να τους προσφέρει αξιοπρέπεια, ασφάλεια και προοπτική; Μπορούν να σχεδιάσουν τη ζωή και την οικογένειά τους γύρω από αυτήν; Ή βλέπουν έναν καθημερινό αγώνα με μεγάλη ευθύνη και αβέβαιο αποτέλεσμα;

Το θέμα της ηλικιακής ανανέωσης δεν είναι μόνο ελληνικό. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2023 περίπου το 32% των διαχειριστών αγροτικών εκμεταλλεύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 65 ετών και άνω, ενώ οι κάτω των 40 αποτελούσαν περίπου το 12%. Στα στοιχεία του 2020, εννέα ελληνικές περιφέρειες βρίσκονταν στην ομάδα των ευρωπαϊκών περιφερειών όπου οι νέοι διαχειριστές κάτω των 40 ήταν λιγότεροι από 7,5% του συνόλου. Πίσω από αυτά τα ποσοστά υπάρχει ένα πολύ πρακτικό ερώτημα: όταν αποχωρήσει η σημερινή γενιά, θα υπάρχει επόμενη για να πάρει τη θέση της;

Και αυτό δεν αφορά μόνο εκείνους.

Μας αρέσει να λέμε ότι θέλουμε ελληνικά προϊόντα. Θέλουμε ποιότητα, θέλουμε να γνωρίζουμε τι βάζουμε στο τραπέζι μας και φυσικά θέλουμε μια τιμή που να μπορούμε να πληρώσουμε. Μέσα όμως σε αυτή την εξίσωση υπάρχει και ο άνθρωπος που παράγει. Αν θέλουμε να συνεχίσει να υπάρχει ελληνικό προϊόν, χρειάζεται να μπορεί να υπάρχει και ο ίδιος μέσα από τη δουλειά του. Να μπορεί να ζήσει, να σχεδιάσει το αύριό του και, ακόμη περισσότερο, να μπορεί να πει στο παιδί του ότι αυτή η δουλειά έχει μέλλον.

Όταν αυτό παύει να είναι εφικτό, η αποχώρηση δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Έρχεται σιγά-σιγά. Ένα χωράφι μένει πίσω. Ένας νέος επιλέγει να φύγει. Μια οικογένεια σταματά μια παραγωγή που κρατούσε χρόνια. Ένα χωριό χάνει ακόμη έναν άνθρωπο. Και κάτι που στην αρχή φαίνεται σαν μια προσωπική απόφαση αρχίζει, όταν επαναλαμβάνεται, να αλλάζει την εικόνα ολόκληρου του τόπου.

Δεν χάνεται μόνο οικονομική δραστηριότητα. Χάνεται γνώση. Η γνώση του ανθρώπου που ξέρει τη γη του, τις εποχές, τις δυσκολίες, το προϊόν του. Χάνεται μια συνέχεια που δεν αντικαθίσταται τόσο εύκολα όσο ίσως πιστεύουμε. Και μαζί με αυτήν δοκιμάζεται η ζωή των μικρότερων κοινωνιών: τα χωριά, οι τοπικές αγορές, τα επαγγέλματα που συνδέονται με την παραγωγή, οι οικογένειες που επιμένουν να μένουν εκεί.

Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να πούμε ότι «σε δέκα χρόνια δεν θα έχουμε να φάμε». Δεν γνωρίζουμε πώς ακριβώς θα είναι τα πράγματα σε δέκα χρόνια και δεν χρειάζεται να τρομάξουμε κανέναν για να δούμε ότι υπάρχει ένα πραγματικό ζήτημα μπροστά μας.

Αρκεί να κοιτάξουμε τι συμβαίνει σήμερα και να αναρωτηθούμε τι θέλουμε να υπάρχει αύριο.

Φυσικά, ένα τόσο μεγάλο θέμα δεν μπορεί να λυθεί από τον καταναλωτή. Χρειάζονται πολιτικές, κίνητρα, πρόσβαση στη γη και στη χρηματοδότηση, εκπαίδευση, σύγχρονα εργαλεία και κυρίως συνθήκες που θα επιτρέπουν σε έναν νέο άνθρωπο να δει την παραγωγή ως πραγματική επαγγελματική επιλογή και όχι ως έναν δρόμο που πρέπει να εγκαταλείψει για να προχωρήσει.

Υπάρχει όμως και κάτι που αφορά εμάς στην καθημερινότητά μας. Να αρχίσουμε να βλέπουμε λίγο περισσότερο τον άνθρωπο πίσω από το προϊόν. Να γνωρίζουμε, όταν μπορούμε, την προέλευσή του. Να στηρίζουμε τοπικούς παραγωγούς όταν έχουμε αυτή τη δυνατότητα. Όχι από ενοχή και όχι επειδή μια μεμονωμένη αγορά θα αλλάξει από μόνη της τα πράγματα. Αλλά επειδή οι επιλογές μας δείχνουν τι θεωρούμε σημαντικό να παραμείνει ζωντανό.

Η πρόσφατη επίσκεψή μου στη Δυτική Μακεδονία μού άφησε τελικά κάτι περισσότερο από εικόνες ενός όμορφου τόπου. Με έκανε να σκεφτώ πόσο εύκολα θεωρούμε δεδομένα πράγματα που χρειάστηκαν γενιές ανθρώπων για να δημιουργηθούν και να διατηρηθούν.

Κι έτσι επιστρέφω στην πρώτη ερώτηση: Ποιος θα συνεχίσει;

Ίσως όμως η πιο ουσιαστική ερώτηση να είναι λίγο διαφορετική.

Τι χρειάζεται να αλλάξει, ώστε ένας νέος άνθρωπος να θέλει να συνεχίσει; Να μη βλέπει τη γη ως κάτι από το οποίο πρέπει να φύγει, αλλά ως έναν τόπο όπου μπορεί να δημιουργήσει, να εξελιχθεί και να χτίσει τη ζωή του.

Γιατί η γη θα είναι εδώ.

Το θέμα είναι να υπάρχουν άνθρωποι που θα μπορούν - και θα θέλουν - να μείνουν κοντά της.

Χριστίνα Κολοκοτρώνη
Relationship & NLP Coaching

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια