Πότε έγινε η καλοσύνη αδυναμία και η αγένεια δυναμισμός; Χριστίνα Κολοκοτρώνη — Relationship & NLP Coach | Coach Προσωπικής Εξέλιξης

 



Η αγένεια δεν εμφανίζεται πάντα με φωνές. Μπορεί να βρίσκεται σε μια ειρωνική απάντηση προς έναν υπάλληλο, σε μια προσβολή που παρουσιάζεται ως ειλικρίνεια, σε ένα σχόλιο στο διαδίκτυο που ταπεινώνει έναν άγνωστο άνθρωπο. Συχνά, μάλιστα, εκείνος που μιλάει πιο επιθετικά κερδίζει την προσοχή, ενώ αυτός που επιλέγει να διατηρήσει την ψυχραιμία του θεωρείται αδύναμος. Πότε αρχίσαμε να μπερδεύουμε τη δύναμη του χαρακτήρα με την ικανότητα να επιβαλλόμαστε στους άλλους; Και τι λέει αυτή η σύγχυση για την κοινωνία που διαμορφώνουμε;

Η καθημερινότητα προσφέρει πολλά παραδείγματα. Στην ουρά μιας δημόσιας υπηρεσίας, ένας άνθρωπος απαιτεί να εξυπηρετηθεί αμέσως, αγνοώντας όσους περιμένουν πριν από εκείνον. Στον δρόμο, μια μικρή καθυστέρηση γίνεται αφορμή για ύβρεις. Στον χώρο εργασίας, ένας προϊστάμενος μιλάει απαξιωτικά και η συμπεριφορά του δικαιολογείται ως «αυστηρότητα». Στις προσωπικές σχέσεις, η ειρωνεία βαφτίζεται χιούμορ και η απότομη απάντηση «δυναμικός χαρακτήρας». Δεν πρόκειται για μεμονωμένες εικόνες που αποδεικνύουν ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν αλλάξει προς το χειρότερο. Είναι, όμως, γνώριμες συμπεριφορές που αξίζει να εξετάσουμε, επειδή η επανάληψή τους μπορεί να μας κάνει να τις θεωρούμε φυσιολογικές.

Η ευγένεια, αντίθετα, αντιμετωπίζεται ορισμένες φορές σαν κάτι παρωχημένο, σχεδόν σαν μειονέκτημα. Ο άνθρωπος που ακούει πριν απαντήσει θεωρείται ότι δεν έχει επιχειρήματα. Εκείνος που αποφεύγει να προσβάλει μπορεί να χαρακτηριστεί υποχωρητικός. Όποιος ζητάει συγγνώμη κινδυνεύει να θεωρηθεί ότι έχασε μια αντιπαράθεση. Πρόκειται για μια παράδοξη αντιστροφή αξιών: ενώ αναζητάμε τον σεβασμό στις δικές μας σχέσεις, δεν αναγνωρίζουμε πάντα τον σεβασμό ως δύναμη όταν τον εκφράζουν οι άλλοι.

Χρειάζεται εδώ να ξεκαθαρίσουμε μια σημαντική διαφορά. Η καλοσύνη δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε με όλους, ότι ανεχόμαστε την αδικία ή ότι παραμερίζουμε διαρκώς τις ανάγκες μας. Ένας άνθρωπος μπορεί να θέσει σαφή όρια, να αρνηθεί μια απαίτηση, να καταγγείλει μια άδικη συμπεριφορά και να υπερασπιστεί τον εαυτό του χωρίς να μειώσει την αξιοπρέπεια κανενός. Η διεκδικητικότητα αφορά την καθαρότητα με την οποία εκφράζουμε τη θέση μας. Η επιθετικότητα, αντίθετα, επιχειρεί να επιβληθεί μέσα από τον φόβο, την ένταση ή την απαξίωση. Η διαφορά τους δεν βρίσκεται στο πόσο δυνατά μιλάμε, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί μας.

Στον δημόσιο διάλογο αυτή η σύγχυση γίνεται ιδιαίτερα εμφανής. Οι συζητήσεις για κοινωνικά ζητήματα συχνά μετατρέπονται σε ανταγωνισμό εντυπώσεων. Αντί να εξετάζουμε το επιχείρημα, στρεφόμαστε στο πρόσωπο που το διατυπώνει. Αντί να απαντάμε στη διαφορετική άποψη, αναζητάμε την πιο αιχμηρή φράση. Τα κοινωνικά δίκτυα δεν δημιούργησαν από μόνα τους την αγένεια, προσφέρουν όμως έναν χώρο όπου η γρήγορη αντίδραση και η δημόσια έκθεση μπορούν να ενισχύσουν την επιθυμία για σύγκρουση. Ένα ειρωνικό σχόλιο συγκεντρώνει αντιδράσεις, αναπαράγεται και αποκτά μεγαλύτερη ορατότητα από μια ψύχραιμη τοποθέτηση. Το γεγονός ότι μια συμπεριφορά τραβάει την προσοχή δεν σημαίνει ότι έχει και ουσιαστική αξία.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το μήνυμα που μεταφέρεται στις νεότερες γενιές. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν τον σεβασμό μόνο μέσα από συμβουλές. Παρατηρούν πώς μιλάμε στον σερβιτόρο, πώς απευθυνόμαστε σε έναν ηλικιωμένο, πώς αντιδράμε όταν κάποιος διαφωνεί μαζί μας. Αν ακούν διαρκώς ότι πρέπει να είναι ευγενικά, αλλά βλέπουν τους ενήλικες να προσβάλλουν όποιον τους δυσκολεύει, το παράδειγμα ακυρώνει το μάθημα. Και όταν η κοινωνική αναγνώριση φαίνεται να συνοδεύει την αλαζονεία, ένα παιδί μπορεί να πιστέψει ότι για να το υπολογίζουν πρέπει πρώτα να φοβούνται την αντίδρασή του.

Υπάρχει και μια άλλη πλευρά που συχνά παραβλέπουμε. Πίσω από μια απότομη συμπεριφορά μπορεί να βρίσκεται κούραση, οικονομική πίεση, φόβος ή μια συσσωρευμένη απογοήτευση. Η κατανόηση αυτών των συνθηκών είναι απαραίτητη, δεν αποτελεί όμως δικαιολογία για την προσβολή. Μπορούμε να αναγνωρίζουμε ότι ένας άνθρωπος δυσκολεύεται και ταυτόχρονα να του ζητάμε να αναλάβει την ευθύνη του τρόπου με τον οποίο συμπεριφέρεται. Το ίδιο ισχύει και για τον εαυτό μας. Η δύσκολη μέρα εξηγεί γιατί είμαστε ευερέθιστοι· δεν δίνει αυτομάτως το δικαίωμα να ξεσπάμε σε όποιον βρεθεί μπροστά μας.

Στις στενές ανθρώπινες σχέσεις, το κόστος αυτής της νοοτροπίας γίνεται ακόμη πιο αισθητό. Η συνεχής υποτίμηση δεν χρειάζεται να παίρνει τη μορφή μιας μεγάλης σύγκρουσης. Μπορεί να συσσωρεύεται μέσα από μικρές καθημερινές φράσεις: «Υπερβάλλεις», «Δεν καταλαβαίνεις», «Έτσι είμαι εγώ». Όταν ο ένας θεωρεί ότι η προσωπικότητά του τού επιτρέπει να μιλάει χωρίς φίλτρο, ο άλλος αρχίζει σταδιακά να προσέχει τι θα πει, πότε θα το πει και πώς θα αποφύγει μια νέα ένταση. Μια σχέση δεν γίνεται πιο αληθινή επειδή οι άνθρωποι πληγώνουν ο ένας τον άλλον στο όνομα της ειλικρίνειας. Η ειλικρίνεια αποκτάει αξία όταν συνοδεύεται από υπευθυνότητα και σεβασμό.

Ας αναλογιστούμε επίσης πόσες φορές επιβραβεύουμε κοινωνικά τον άνθρωπο που «δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του», χωρίς να αναρωτιόμαστε αν μπορεί να ακούσει μια αντίρρηση ή να παραδεχτεί ένα λάθος. Η αυτοπεποίθηση δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται με την υποτίμηση του άλλου. Αντίθετα, απαιτεί εσωτερική σταθερότητα για να αντέξουμε μια διαφωνία χωρίς να την αντιμετωπίσουμε ως προσωπική απειλή. Είναι πιο εύκολο να υψώσουμε τη φωνή από το να εξηγήσουμε ήρεμα γιατί διαφωνούμε. Πιο εύκολο να ειρωνευτούμε από το να ακούσουμε προσεκτικά. Η ψυχραιμία, επομένως, δεν αποτελεί πάντοτε παθητικότητα· συχνά απαιτεί μεγαλύτερη προσπάθεια από μια παρορμητική αντίδραση.

Το ερώτημα δεν είναι αν θα εξαφανιστούν οι εντάσεις από την κοινωνική ζωή. Οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες όταν συνυπάρχουν διαφορετικές ανάγκες, αξίες και αντιλήψεις. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι τι κάνουμε με αυτές τις διαφορές. Μπορούμε να διαφωνούμε χωρίς να εξευτελίζουμε, να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματά μας χωρίς να στερούμε την αξιοπρέπεια των άλλων και να διορθώνουμε μια αδικία χωρίς να δημιουργούμε μια καινούργια. Αυτή η στάση δεν απαιτεί να είμαστε πάντα ήρεμοι ή αλάνθαστοι. Απαιτεί να αναγνωρίζουμε πότε ξεπερνάμε ένα όριο και να έχουμε τη διάθεση να επανορθώσουμε.

Η ποιότητα μιας κοινωνίας δεν φαίνεται μόνο από τις μεγάλες διακηρύξεις της για τον πολιτισμό και τις αξίες. Φαίνεται και στις μικρές συναντήσεις της καθημερινότητας: στον τρόπο που αντιμετωπίζεται ένας εργαζόμενος, ένας άνθρωπος με διαφορετική άποψη, κάποιος που κάνει ένα λάθος ή κάποιος που δεν έχει τη δύναμη να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Εκεί δοκιμάζεται ο σεβασμός, όταν δεν υπάρχει κάποιο προσωπικό όφελος από την επίδειξή του. Και εκεί η καλοσύνη παύει να είναι μια ευχάριστη λέξη και γίνεται συνειδητή επιλογή συμπεριφοράς.

Ίσως χρειάζεται, λοιπόν, να ξαναδούμε ποια χαρακτηριστικά θαυμάζουμε και ποια παραδείγματα προβάλλουμε. Να σταματήσουμε να συγχέουμε την αγένεια με την αυθεντικότητα, την αλαζονεία με την αυτοπεποίθηση και την προσβολή με το θάρρος της γνώμης. Δεν χρειάζεται να γίνουμε σκληροί για να μας υπολογίζουν ούτε να γίνουμε σιωπηλοί για να παραμείνουμε ευγενικοί. Μπορούμε να είμαστε σταθεροί στις θέσεις μας και ανθρώπινοι στον τρόπο μας. Και αν θέλουμε πραγματικά να αλλάξει κάτι στον δημόσιο διάλογο και στις σχέσεις μας, αυτή η αλλαγή αρχίζει από μια απλή, καθημερινή απόφαση: να μην επιτρέπουμε στον θυμό ή στην ανάγκη να έχουμε δίκιο να καθορίζει την αξία που αναγνωρίζουμε στον άλλον.

Γιατί ο πραγματικά δυνατός άνθρωπος δεν είναι εκείνος που καταφέρνει να κάνει τους γύρω του να σωπαίνουν. Είναι εκείνος που μπορεί να εκφράσει καθαρά τη θέση του, χωρίς να χρειάζεται να μικρύνει κανέναν για να φανεί ο ίδιος μεγαλύτερος.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια