Μεγαλώνουμε τα παιδιά μας ή τις προσδοκίες μας; Χριστίνα Κολοκοτρώνη

 


Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη γονεϊκή αγάπη, την αποδοχή και την ανάγκη των παιδιών να διαμορφώσουν τη δική τους ταυτότητα.


Η σχέση γονιού και παιδιού αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους δεσμούς στην ανθρώπινη ζωή. Είναι η πρώτη σχέση μέσα από την οποία γνωρίζουμε την αγάπη, την ασφάλεια, την εμπιστοσύνη, αλλά και τα όρια, τις προσδοκίες και τις απαιτήσεις των άλλων. Μέσα στην οικογένεια διαμορφώνονται οι πρώτες αντιλήψεις μας για τον εαυτό μας, για την προσωπική μας αξία και για τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους ανθρώπους γύρω μας. Ωστόσο, πίσω από την επιθυμία των περισσότερων γονιών να προσφέρουν το καλύτερο στα παιδιά τους, υπάρχει ένα ζήτημα που αξίζει να μας προβληματίσει: κατά πόσο επιτρέπουμε στα παιδιά μας να ανακαλύψουν τον άνθρωπο που πραγματικά είναι και κατά πόσο προσπαθούμε, συχνά χωρίς να το συνειδητοποιούμε, να τα διαμορφώσουμε σύμφωνα με τις δικές μας προσδοκίες;

Κανένας γονιός δεν ξεκινάει το ταξίδι της ανατροφής με την πρόθεση να περιορίσει την προσωπικότητα του παιδιού του. Οι περισσότεροι αγωνίζονται καθημερινά για να του εξασφαλίσουν καλύτερες συνθήκες ζωής, περισσότερες ευκαιρίες και ένα μέλλον με λιγότερες δυσκολίες από εκείνες που αντιμετώπισαν οι ίδιοι. Εργάζονται, στερούνται, ανησυχούν και προσπαθούν να προλάβουν κάθε πιθανό εμπόδιο. Μέσα σε αυτή την προσπάθεια, όμως, η αγάπη μπορεί σταδιακά να συνδεθεί με την ανάγκη ελέγχου. Η επιθυμία να προστατεύσουμε το παιδί από τις λανθασμένες επιλογές μπορεί να μετατραπεί σε δυσκολία αποδοχής της διαφορετικής του άποψης, ενώ η προσδοκία για μια επιτυχημένη ζωή μπορεί να εξελιχθεί σε διαρκή πίεση για επίδοση και αναγνώριση.

Από τα πρώτα σχολικά χρόνια, πολλά παιδιά έρχονται αντιμέτωπα με ένα σύστημα συνεχών συγκρίσεων. Οι βαθμοί, οι σχολικές επιδόσεις, οι εξωσχολικές δραστηριότητες και αργότερα οι επαγγελματικές επιλογές αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, όχι μόνο ως στοιχεία προσωπικής ανάπτυξης, αλλά και ως κριτήρια κοινωνικής επιτυχίας. Το παιδί καλείται να ανταποκριθεί σε έναν διαρκώς αυξανόμενο αριθμό απαιτήσεων, ενώ συχνά η συζήτηση περιστρέφεται περισσότερο γύρω από όσα κατάφερε ή δεν κατάφερε παρά γύρω από όσα αισθάνεται. Έτσι, χωρίς απαραίτητα να υπάρχει πρόθεση από την πλευρά των γονιών, μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η προσωπική του αξία συνδέεται με την επίδοση, την υπακοή και την ικανότητά του να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του οικογενειακού περιβάλλοντος.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ορισμένα παιδιά μαθαίνουν να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους για να διατηρούν την αποδοχή των σημαντικών ανθρώπων της ζωής τους. Ένα παιδί που αποφεύγει να εκφράσει τη διαφωνία του, που προσπαθεί διαρκώς να ευχαριστεί τους άλλους ή που αισθάνεται υπερβολική ενοχή όταν απογοητεύει τους γονείς του, ενδέχεται να έχει συνδέσει την αγάπη με την ανάγκη να είναι πάντα «καλό». Η κοινωνία συχνά επιβραβεύει αυτή τη συμπεριφορά, θεωρώντας την ένδειξη σωστής ανατροφής. Ωστόσο, η πραγματική συναισθηματική ωρίμανση δεν προϋποθέτει μόνο την ικανότητα συνεργασίας και σεβασμού, αλλά και τη δυνατότητα του παιδιού να αναγνωρίζει τις ανάγκες του, να εκφράζει τα συναισθήματά του και να διαμορφώνει σταδιακά τη δική του άποψη.

Οι εμπειρίες αυτές δεν περιορίζονται πάντοτε στην παιδική ηλικία. Μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και δημιουργεί σχέσεις στην ενήλικη ζωή. Η διαρκής ανάγκη επιβεβαίωσης, ο φόβος της απόρριψης, η δυσκολία να τεθούν προσωπικά όρια ή η τάση να τοποθετούνται οι ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές μας αποτελούν συμπεριφορές που, σε ορισμένες περιπτώσεις, συνδέονται με πρώιμα βιώματα και πεποιθήσεις. Ένας ενήλικος μπορεί να έχει αποκτήσει επαγγελματική καταξίωση, οικονομική ανεξαρτησία και κοινωνική αναγνώριση, αλλά να εξακολουθεί να αναζητά την επιβεβαίωση ότι είναι αρκετά καλός, αρκετά ικανός ή αρκετά άξιος για να αγαπηθεί. Φυσικά, η ανθρώπινη προσωπικότητα δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά από τη γονεϊκή σχέση. Επηρεάζεται από ένα σύνθετο σύνολο εμπειριών, κοινωνικών συνθηκών και προσωπικών επιλογών. Παρ’ όλα αυτά, η οικογένεια παραμένει ένας από τους πρώτους και σημαντικότερους χώρους μέσα στους οποίους αποκτούμε την αίσθηση της προσωπικής μας αξίας.

Το ζήτημα αποκτάει ακόμη μεγαλύτερη κοινωνική σημασία αν εξετάσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται σήμερα οι γονείς να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Ζούμε σε μια εποχή όπου η επιτυχία προβάλλεται διαρκώς ως βασικό κριτήριο προσωπικής ολοκλήρωσης. Η ακαδημαϊκή επίδοση, η επαγγελματική εξέλιξη, η οικονομική ευχέρεια και η δημόσια εικόνα συχνά παρουσιάζονται ως αποδείξεις μιας επιτυχημένης ζωής. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενισχύουν πολλές φορές αυτή την αντίληψη, προβάλλοντας επιλεκτικά στιγμές ευτυχίας, επιτευγμάτων και οικογενειακής αρμονίας. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, οι γονείς μπορεί να αισθάνονται ότι οφείλουν να προσφέρουν συνεχώς περισσότερα, ενώ τα παιδιά μεγαλώνουν με την αίσθηση ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν τις δυνατότητές τους. Η πίεση αυτή δεν είναι μόνο ατομική ή οικογενειακή. Αντανακλά ευρύτερες κοινωνικές αντιλήψεις σχετικά με την επιτυχία, την αξία και την αποδοχή.

Θα ήταν, ωστόσο, άδικο να αντιμετωπίσουμε τους γονείς ως αποκλειστικά υπεύθυνους για τις δυσκολίες που εμφανίζονται στις οικογενειακές σχέσεις. Κάθε γενιά μεταφέρει εμπειρίες, αντιλήψεις και πρότυπα από την προηγούμενη. Πολλοί σημερινοί γονείς μεγάλωσαν σε οικογένειες όπου η συναισθηματική έκφραση δεν αποτελούσε μέρος της καθημερινής επικοινωνίας, όπου η αυστηρότητα θεωρούνταν απαραίτητη προϋπόθεση της διαπαιδαγώγησης και όπου η αμφισβήτηση της γονεϊκής αυθεντίας αντιμετωπιζόταν ως έλλειψη σεβασμού. Άνθρωποι που δεν έμαθαν να μιλούν για τα συναισθήματά τους είναι πιθανό να δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν και να διαχειριστούν τα συναισθήματα των παιδιών τους. Αυτό δεν αναιρεί την ευθύνη που έχει κάθε γονιός απέναντι στο παιδί του, μας βοηθάει όμως να κατανοήσουμε ότι ορισμένες συμπεριφορές δεν προκύπτουν από έλλειψη αγάπης, αλλά από βαθιά ριζωμένα πρότυπα που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.

Μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδος για τη σχέση γονιού και παιδιού είναι η μετάβαση στην ενηλικίωση. Το παιδί που μέχρι χθες χρειαζόταν καθημερινή καθοδήγηση αρχίζει πλέον να διαμορφώνει τις δικές του απόψεις, να παίρνει αποφάσεις και να διεκδικεί προσωπικό χώρο. Για ορισμένους γονείς αυτή η αλλαγή συνοδεύεται από ανασφάλεια και φόβο, καθώς αισθάνονται ότι χάνουν σταδιακά τον ρόλο που είχαν στη ζωή του παιδιού τους. Από την άλλη πλευρά, ο νέος άνθρωπος μπορεί να βιώνει το συνεχές ενδιαφέρον ως παρέμβαση και την αγωνία των γονιών ως αμφισβήτηση της ικανότητάς του να αποφασίζει. Όταν αυτές οι διαφορετικές ανάγκες δεν αναγνωρίζονται, η επικοινωνία δυσκολεύει και η συναισθηματική απόσταση μπορεί να μεγαλώσει. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου γονείς και ενήλικα παιδιά συνεχίζουν να αγαπιούνται, αλλά αδυνατούν να εκφράσουν αυτή την αγάπη χωρίς παράπονα, ενοχές ή συγκρούσεις.

Η ουσιαστική πρόκληση βρίσκεται στην ικανότητα της οικογενειακής σχέσης να εξελίσσεται μαζί με τους ανθρώπους που την αποτελούν. Η γονεϊκή ιδιότητα δεν καταργείται όταν το παιδί ενηλικιώνεται, αλλά χρειάζεται να αποκτήσει διαφορετικό περιεχόμενο. Η καθοδήγηση σταδιακά δίνει περισσότερο χώρο στον διάλογο, η προστασία συνυπάρχει με την εμπιστοσύνη και η προσωπική άποψη του γονιού παύει να αποτελεί τη μοναδική αποδεκτή επιλογή. Αντίστοιχα, η ανεξαρτησία του ενήλικου παιδιού δεν συνεπάγεται απαραίτητα απομάκρυνση ή αχαριστία. Μπορεί να αποτελεί μια φυσιολογική έκφραση προσωπικής ωρίμανσης. Η δυνατότητα να διαφωνούμε χωρίς να απειλείται ο συναισθηματικός δεσμός είναι ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά μιας ώριμης οικογενειακής σχέσης.

Αξίζει, επίσης, να αναλογιστούμε πόσο διαφορετική θα μπορούσε να είναι η καθημερινότητα μιας οικογένειας αν δίναμε μεγαλύτερη σημασία στην ποιότητα της επικοινωνίας. Αν, αντί να περιοριζόμαστε στις σχολικές επιδόσεις, στις υποχρεώσεις και στις πρακτικές ανάγκες, αφιερώναμε χρόνο για να ακούσουμε όσα απασχολούν πραγματικά τα παιδιά μας. Αν αντιμετωπίζαμε τη διαφωνία ως ευκαιρία κατανόησης και όχι ως προσωπική αμφισβήτηση. Αν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε ένα λάθος μας χωρίς να θεωρούμε ότι μειώνεται το κύρος μας. Η συναισθηματική ασφάλεια δεν δημιουργείται από την απουσία δυσκολιών ή συγκρούσεων, αλλά από τη βεβαιότητα ότι ακόμη και στις δύσκολες στιγμές υπάρχει χώρος για ειλικρίνεια, σεβασμό και αποδοχή.

Συχνά οι γονείς μετρούν την προσφορά τους μέσα από όσα εξασφάλισαν στα παιδιά τους: την εκπαίδευση, τις υλικές παροχές, τις ευκαιρίες, τις θυσίες που έκαναν για να μη στερηθούν εκείνα όσα στερήθηκαν οι ίδιοι. Πρόκειται για σημαντικές μορφές φροντίδας που αξίζουν αναγνώριση. Ωστόσο, η συναισθηματική εμπειρία ενός παιδιού δεν διαμορφώνεται μόνο από όσα του προσφέρονται, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ως προσωπικότητα. Από το αν αισθάνεται ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς να φοβάται την απόρριψη, να αποτύχει χωρίς να χάσει την εκτίμηση των γονιών του και να επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο χωρίς να θεωρείται ότι πρόδωσε τις προσδοκίες της οικογένειας.

Η ανατροφή ενός παιδιού δεν είναι μια διαδικασία διαμόρφωσης ενός ανθρώπου σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο πρότυπο. Είναι μια διαρκής σχέση καθοδήγησης, φροντίδας και σταδιακής αυτονόμησης, μέσα στην οποία και οι γονείς καλούνται να εξελίσσονται. Δεν χρειάζεται να είναι αλάνθαστοι ούτε να έχουν απαντήσεις για κάθε δυσκολία. Χρειάζεται όμως να μπορούν να αναγνωρίζουν ότι το παιδί τους είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος, με δικές του ανάγκες, επιθυμίες και δυνατότητες. Η αποδοχή αυτής της πραγματικότητας δεν περιορίζει τη γονεϊκή αγάπη. Της επιτρέπει να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος, καθώς απελευθερώνει τη σχέση από την ανάγκη διαρκούς συμμόρφωσης και επιβεβαίωσης.

Ίσως, τελικά, ο ουσιαστικότερος προβληματισμός να μην αφορά μόνο το είδος της οικογένειας που θέλουμε να δημιουργήσουμε, αλλά και το είδος της κοινωνίας που επιθυμούμε να διαμορφώσουμε. Μια κοινωνία που μεγαλώνει ανθρώπους με τον φόβο της αποτυχίας, της σύγκρισης και της απόρριψης κινδυνεύει να αναπαράγει τις ίδιες ανασφάλειες στις επόμενες γενιές. Αντίθετα, όταν καλλιεργούμε από νωρίς την αυτοεκτίμηση, την ενσυναίσθηση, την προσωπική ευθύνη και τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για πιο ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις.

Κάποια στιγμή τα παιδιά μεγαλώνουν, εγκαταλείπουν την οικογενειακή εστία και ακολουθούν τη δική τους διαδρομή. Οι γονείς δεν μπορούν να καθορίσουν όλες τις επιλογές τους ούτε να τα προστατεύσουν από κάθε δυσκολία. Μπορούν όμως να έχουν συμβάλει στη δημιουργία μιας εσωτερικής βάσης ασφάλειας, στην οποία τα παιδιά θα μπορούν να στηρίζονται ακόμη και όταν βρίσκονται μακριά τους. Και ίσως η μεγαλύτερη επιβεβαίωση της γονεϊκής προσφοράς να μην είναι το επάγγελμα που θα ακολουθήσουν, οι διακρίσεις που θα αποκτήσουν ή η κοινωνική θέση που θα κατακτήσουν, αλλά το αν θα μπορούν να ζουν χωρίς να αισθάνονται ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύουν την αξία τους.

Γιατί, στο τέλος, το σημαντικότερο δεν είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που θα πραγματοποιήσουν τα δικά μας όνειρα, αλλά ανθρώπους που θα έχουν το θάρρος, την αυτογνωσία και την ελευθερία να ανακαλύψουν τα δικά τους. Και όταν κάποτε επιστρέφουν κοντά μας, να το κάνουν επειδή αισθάνονται αγάπη και εμπιστοσύνη, όχι επειδή τους βαραίνει η υποχρέωση να ανταποκριθούν σε όσα περιμέναμε από εκείνα. Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, όχι μόνο τι προσφέρουμε στα παιδιά μας, αλλά και πόσο χώρο τους αφήνουμε να γίνουν ο εαυτός τους. Γιατί η ουσιαστική γονεϊκή αγάπη δεν μετριέται από το πόσο πιστά ακολουθούν τα παιδιά τον δρόμο που τους δείξαμε, αλλά και από το πόση εμπιστοσύνη έχουμε όταν επιλέγουν να χαράξουν τον δικό τους.

Χριστίνα Κολοκοτρώνη

Relationship & NLP Coach | Coach Προσωπικής Εξέλιξης

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια