
Ξεριζωμός και ελπίδα στον δρόμο της προσφυγιάς. Μια ιστορία από την Σμύρνη του 1922, με την γυναίκα που έφυγε με το κλειδί κρεμασμένο στο λαιμό και την Παναγιά στην αγκαλιά. Όταν η πίστη και η ελπίδα χώρεσαν σε μια προσφυγική μπόγο. Με την ελπίδα του γυρισμού και το κλειδί που δεν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού ποτέ ξανά!
Πρόσφυγας είναι ο κάθε άνθρωπος που αναγκάζεται να αφήσει την πατρίδα του, επειδή κινδυνεύει η ζωή του από πόλεμο, βία ή διωγμούς. Οι άνθρωποι που βίωσαν αυτές τις καταστάσεις, φεύγουν παρά την θέλησή τους, επειδή δεν μπορούν να μείνουν με ασφάλεια. Ο μετανάστης είναι κάτι διαφορετικό, διότι αυτός φεύγει για αναζήτηση καλύτερης ζωής, ενώ ο πρόσφυγας φεύγει για να σωθεί από τον κίνδυνο!
Από την ΕΣΤΙΑ της Κυριακής (πηγή:”Pontosnew), ξεχωρίσαμε την ιστορία της Κλειώς. ” Το κλειδί από την πατρίδα”. Μια ιστορία που ενώνει Μικρασιάτες, Καππαδόκες, Ποντίους. Μια ιστορία σαν παραμύθι, μόνον που τούτο ‘δω δεν είναι ένα χαρούμενο παραμύθι. Είναι μια ιστορία που την μάτωσε Τούρκος κακός, λες και υπάρχει Τούρκος καλός!
Αυτή η συγκλονιστική ιστορία συνδέει τρεις γενιές, μέσα από ένα αντικείμενο – σύμβολο. Το κλειδί που δεν άνοιξε ποτέ την πόρτα του σπιτιού, αλλά άνοιξε την πόρτα της μνήμης. Το κλειδί που περίμενε την γιαγιά Κλειώ, ανάμεσα στις πέτρες του χαμένου σπιτιού. Το κλειδί που ένωσε το χθες με το σήμερα. Το κλειδί που δεν ξεκλείδωσε, αλλά θυμήθηκε!
Στα χέρια της μικρής Κλειώς τώρα, ένα παλιό σκουριασμένο κλειδί έμοιαζε, βαρύτερο από την ίδια την ιστορία! Ήταν το ίδιο κλειδί που η συνονόματη γιαγιά της είχε σφίξει στην παλάμη της το μαύρο καλοκαίρι του ’22, καθώς άφηνε πίσω της την φλεγόμενη Σμύρνη. Με τα παιδιά της στην αγκαλιά, το κλειδί με κόκκινη κλωστή στον λαιμό και την εικόνα της Παναγιάς στο στήθος!
Ύστερα από 10ετίες, η εγγονή επέστρεφε στις αλησμόνητες πατρίδες, κρατώντας μια υπόσχεση γενεών! Στάθηκε μπροστά στα γκρεμισμένα ντουβάρια του πατρικού σπιτιού και κατάλαβε πως εκείνο το κλειδί δεν προοριζόταν να ανοίξει μια πόρτα, αλλά να ξεκλειδώσει για πάντα την ζωντανή μνήμη!
Υπάρχουν αντικείμενα που κουβαλούν μέσα τους ολόκληρη προσφυγική μοίρα. Για την οικογένεια της γιαγιάς Κλειώς, αυτό το αντικείμενο, ήταν το κλειδί του σπιτιού της στην Σμύρνη, που πήρε μαζί της στον ξεριζωμό του ’22, με την κρυφή ελπίδα του γυρισμού. Χρόνια μετά, η εγγονή της, η μικρή Κλειώ, πραγματοποίησε το ταξίδι της επιστροφής. Ανάμεσα στα χαλάσματα και τις γκρεμισμένες πέτρες του σπιτιού της γιαγιάς, το παλιό κλειδί συνάντησε επιτέλους την ρίζα του, αποδεικνύοντας ότι η ιστορία δεν σβήνει, όσο υπάρχει κάποιος να την θυμάται!
ΠΑΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ…να γνωρίσουμε την ιστορία της γιαγιάς Κλειώς, όπως μας την διηγείται η ίδια…
“- Φύγετε εσείς τους είπε. Εγώ θα ρίξω μια τελευταία ματιά στο σπίτι!
Θα κλειδώσω και θα σας προλάβω στο γιαλό!
Εδώ, σε αυτό το σπίτι η Κλειώ, είδε τον άντρα της τον Κλέαρχο να της φιλά το χέρι και να την ζητά σε γάμο από τον πατέρα της!
Η ζωή τους, παραμυθένια! Υπήρχε οικονομική άνεση και με το παραπάνω, το εμπόριο πήγαινε εξαιρετικά, έκαναν τέσσερα παιδιά, τα μεγάλωσαν, με περισσή φροντίδα, ταξίδια, συχνές εξόδους, βραδιές με φίλους και συγγενείς. Ζωή σαν όνειρο!
Και τώρα ο Κλέαρχος κάπου αιχμάλωτος στα χέρια των Τούρκων!
– Δεν μπορώ να βλέπω τα αδέρφια μου να πολεμάνε για την Πατρίδα μου κι εγώ να κάθομαι άπραγος!
Αυτό είπε στην Κλειώ και κατετάγη εθελοντής στην “Ανεξάρτητη Μεραρχία” του Ελληνικού Στρατού!
Μαχαιριά στην καρδιά της Κλειώς το τελεσίγραφο από την Διοίκηση της Σμύρνης…Ο Κλέαρχος αιχμάλωτος των Τούρκων!
Και μετά ήρθε ο άλλος εφιάλτης. Το μέτωπο έσπασε και αυτοί έπρεπε να φύγουν από τον τόπο τους!
Δεν πήρε τίποτα. ΜΟΝΟΝ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ, ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ και λίγες λίρες και χρυσαφικά, γιατί ήξερε καλά ότι το “μπαξίσι” πέρναγε, ειδικά αυτές τις στιγμές.
Έβγαλε το μεγάλο κλειδί από τον κόρφο της, που ήταν δεμένο με μια κόκκινη κορδέλα, κλείδωσε το σπίτι και πέρασε την κορδέλα με το κλειδί γύρω από τον λαιμό της!
“Γιαγιάκα μου, τι ανοίγεις με αυτό το κλειδί”, ρωτούσε πάντα η μικρή Κλειώ την γιαγιά της, όταν την έπαιρνε στην αγκαλιά της, χωρίς όμως να παίρνει απάντηση!
Σαν τα μάτια της φύλαγε αυτό το κλειδί στον κόρφο της η Κλειώ και δεν το έδινε σε κανέναν. Πολλά βράδια το έβγαζε από τον κόρφο της, το χάιδευε τρυφερά και “άνοιγε” το σπίτι της, εκεί στην ευλογημένη γη της Πατρίδας της!
Λίγο πριν πεθάνει, έβγαλε το κλειδί με την κόκκινη κορδέλα από τον λαιμό της και το έδωσε στην εγγονή της.
“Είναι του σπιτιού μας στην πατρίδα. Να πας να το δεις. Να μυρίσεις τα αρώματα του κήπου μας. Να δεις τι υπέροχα άρωμα έχουν τα φυτά της Πατρίδας. Και μετά να ανοίξεις την ξύλινη σκαλιστή πόρτα του. Να μπεις στη σάλα και να ανοίξεις τα παντζούρια και τα παράθυρά του, για να μπει μέσα ο ήλιος της Ανατολής. Μέσα στη σάλα είναι και το πιάνο μου. Κάτσε να παίξεις τώρα που έμαθες, να γεμίσει το σπίτι μελωδίες, όπως τον παλιό καιρό”!
Καλοκαίρι του 2010 Κλειώ βρέθηκε στα Άγια Χώματα των Προγόνων της, σε ένα ταξίδι – προσκύνημα, μαζί με άλλους Μικρασιάτες. Περπατούσε στα χώματα που πρωτοπερπάτησε η γιαγιά της η Κλειώ!
“Θα πας στον απάνω μαχαλά” της είπε.”Εκεί θα βρεις την τρανή εκκλησιά της Παναγιάς. Η πιο όμορφη εκκλησία της περιοχής. Από το δωμάτιό μου έβλεπα το ιερό της εκκλησιάς από την αριστερή του πλευρά. Ένας δρόμος μας χώριζε. Έξω από το παραθύρι μου ο πατέρας μου φύτεψε μια συκιά. Το παραθύρι μου, η συκιά και το ιερό. Όταν στεκόμουν στο παραθύρι, άκουγα και τον παπά που έψελνε”!
Το χωριό έμοιαζε με φάντασμα. Μόνον οι πέτρινοι τοίχοι των σπιτιών του έμειναν όρθιοι, χωρίς σκεπές, να προδίδουν τα περασμένα του μεγαλεία. Η Κλειώ θυμόταν τα λόγια της γιαγιάς της και έψαχνε το σπίτι τους εκείνο το ζεστό πρωινό. Βρήκε την μεγάλη εκκλησιά στον απάνω μαχαλά – ευτυχώς, δεν την είχαν γκρεμίσει. Στάθηκε στα αριστερά του ιερού στην μέση του δρόμου και κοίταξε μπροστά της. Και τότε είδε την μεγάλη συκιά και το σπίτι. Ναι! Αυτό ήταν το σπίτι της αγαπημένης της γιαγιάς!
Μπήκε στην έρημη και χορταριασμένη αυλή του. Προσπάθησε να μυρίσει τα αρώματα που έλεγε η γιαγιά της, αλλά δεν τα κατάφερε. Ούτε λουλούδια, ούτε πορτοκαλιές και λεμονιές. Σταμάτησε μπρος στην μεγάλη σάλα, που γέμισε χόρτα και δέντρα.
Με τα δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά της και τρεμάμενα χέρια, έβγαλε το κλειδί με την κόκκινη κορδέλα στον λαιμό της. Έψαξε μια μεγάλη πέτρα μπροστά στην είσοδο του σπιτιού, το φίλησε και το έβαλε από κάτω.
“Τώρα γιαγιάκα μου, ξέρεις που θα βρίσκεται το κλειδί του σπιτιού σου και θα μπορείς να έρχεσαι όποτε θέλεις, για να αναπαύεται η ψυχούλα σου εδώ στην Πατρίδα!” Ψιθύρισε.
Σκούπισε τα μάτια της και πήρε τον κατήφορο για το λεωφορείο, χωρίς να κοιτάξει πίσω της!”
Υ.Γ.: Όποιος δεν θυμάται το παρελθόν, είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει.(George Santayana)
Ως επιμύθιο…Η ιστορία παραμένει ο θεμελιώδης πυλώνας της συλλογικής μνήμης και της ανθρώπινης συνείδησης!
0 Σχόλια