«Από ήλιο σε ήλιο» είναι μια σειρά εποχής που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και εστιάζει στην αιματηρή απεργία των μεταλλωρύχων της Σερίφου το 1916. Τα μεταλλεία σιδήρου εκμεταλλευόταν η οικογένεια Γκρόμαν (Grohmann) και η σειρά μέσα από τις ιστορίες κατοίκων δείχνει επίσης τις απάνθρωπες συνθήκες με τις οποίες οι εργάτες της Σερίφου δούλευαν κακοπληρωμένοι από την αυγή μέχρι την δύση του ήλιου χάνοντας ακόμη και την ζωή τους σε εργατικά ατυχήματα.
Κάτι παρόμοιο και ίσως χειρότερο γινόταν κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής(1941-1944) στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας και συγκεκριμένα στις πλαγιές του Μπούρινου όπου βρισκόταν τα μεταλλεία του Ξερολίβαδου (σύνορα Κοζάνης –Γρεβενών),το ορυχείο στην θέση Βοϊδολακος (νοτιοδυτικά)και τα μεταλλεία της Σκούμτσας.
Ο χρωμίτης, ορυκτό μετάλλευμα που εντοπίζεται και εξορύσσεται μέσα σε οφιολογικά συμπλέγματα, που μας δίνει το χρώμιο υπήρξε ένα από τα πιο στρατηγικά ελληνικά μεταλλεύματα που οι Γερμανοί επιδίωξαν να ελέγξουν και να εκμεταλλευτούν κατά την Κατοχή (1941–1944), στο πλαίσιο της συνολικής λεηλασίας των ελληνικών πόρων και της βιομηχανίας. Η εκμετάλλευση αυτή εντάχθηκε στο ευρύτερο οικονομικό σχέδιο της Βέρμαχτ και των γερμανικών βιομηχανικών κολοσσών για δέσμευση όλων των κρίσιμων μεταλλευμάτων της Ελλάδας και αποτελούσαν κομβικό σημείο στρατηγικής και οικονομικής σημασίας κατά την διάρκεια της κατοχής.
Λόγω της κρίσιμης σημασίας των μεταλλείων χρωμίου για την πολεμική μηχανή του άξονα η Γερμανία αρνήθηκε να μοιραστεί τον έλεγχο τους με τους Ιταλούς συμμάχους και κράτησε την αποκλειστική διαχείριση και απομύζηση των μεταλλείων. Γράφει συγκεκριμένα ο Γκάμπελ: «….δεν υπάρχει στην Ευρώπη καμία άλλη δυνατότητα παραγωγής χρωμίου εκτός από τα βαλκάνια. Γι αυτό η προστασία των μεταλλευμάτων χρωμίου και της μεταφοράς τους πρέπει να θεωρηθεί από την γερμανική Βέρμαχτ σαν ένα από τα πιο επείγοντα καθήκοντά της». Αυτός είναι και ο λόγος που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μας μόνο Γερμανοί στρατιώτες ενώ στην υπόλοιπη Μακεδονία εγκαταστάθηκαν Ιταλοί.
Σύμφωνα με τις πηγές, η εκμετάλλευση των ελληνικών μεταλλευμάτων, συμπεριλαμβανομένου του χρωμίου, δεν έγινε από στρατιωτικούς, αλλά από στελέχη μεγάλων γερμανικών εταιρειών που εντάχθηκαν στο οικονομικό επιτελείο της Βέρμαχτ.
Για να πέτυχει την καλύτερη και την περισσότερη παραγωγή η γερμανική διοίκηση επέβαλε αναγκαστική εργασία σε ντόπιους έμπειρους εργάτες. Έτσι άντρες των γύρω περιοχών (Χρώμιο, Ροδιανή, Αιανή, Κτένι αλλά και Κοζάνη, Κρόκο και από χωριά των Γρεβενών), επιτάχτηκαν και δουλεύαν χωρίς πληρωμή από ήλιο σε ήλιο, μέσα σε κρύες χαμηλές στοές (1.60 μ -2.00 μ) με ξύλινα υποστυλώματα τα οποία τους παρείχαν αμφίβολη ασφάλεια, χωρίς αερισμό, με λυχνάρια πετρελαίου και χειροκίνητα εργαλεία και με ένα μικρό συσσίτιο. Οι περισσότεροι γνώριζαν την δουλειά και είχαν μαζί τους και τα ζώα τους τα οποία επιτάχτηκαν επίσης για να μεταφέρουν το εμπόρευμα έξω από τις στοές αλλά και μέχρι την Κοζάνη και το Αμύνταιο όπου υπήρχαν οι σιδηροδρομικοί σταθμοί. Επίσης υπήρχαν και αυτοκίνητα- φορτηγά που ήταν κυρίως γερμανικά.
Τα μεταλλεία του Μπούρινου εντάχθηκαν σε αυστηρή γερμανική ζώνη και τέθηκαν υπό στρατιωτικό έλεγχο, υπήρξαν φυλάκια και γινόταν έλεγχος στις διαδρομές και στα περάσματα, η παραγωγή διοχετευόταν αποκλειστικά στη γερμανική πολεμική βιομηχανία μέσω Κοζάνης, Αμυνταίου και Θεσσαλονίκης πάντα με στρατιωτική φύλαξη-συνοδεία.
«Οι Γερμανοί δεν έβλεπαν ανθρώπους, έβλεπαν φορτία»
«Φτάναμε με τα μουλάρια στο σταθμό. Οι Γερμανοί μέτραγαν τα σακιά, όχι εμάς.
Το χρώμιο έφευγε για τα εργοστάσια τους. Εμείς μέναμε με τη σκόνη.» Είναι μια μαρτυρία ενός εργάτη μεταφορέα με καταγωγή από το Αμύνταιο. Θυμόταν όμως και μια στιγμή ανθρωπιάς:
«Ένας Γερμανός έδωσε ένα άσπρο ψωμί σε ένα παιδί, μάλλον του θύμισε το δικό του. Το παιδί το ’φερε στο χωριό σαν να ήταν χρυσάφι.»
Οι Γερμανοί εκμεταλλευτήκαν τα μεταλλεία το διάστημα της κατοχής έχοντας όμως και σημαντικές δολιοφθορές κυρίως προς το τέλος της (1943-44) από τους ντόπιους αντάρτες που κατέστρεφαν τις γεννήτριες, πετούσαν τα φορτία, έπαιρναν τους έμπειρους εργάτες και τα ζώα στα βουνά και έκαιγαν τα γερμανικά αυτοκίνητα. Φυσικά υπήρξαν και αντίποινα στα γύρω χωριά με κάψιμο σπιτιών και φυλακίσεις κατοίκων. Εκείνο το διάστημα η Γερμανία είχε υπογράψει και μια συμφωνία με την Τουρκία (που δήλωνε ουδετερότητα) για την αγορά χρωμίου αλλά η κατάσταση είχε δυσκολέψει αρκετά γιατί φαινόταν πως έχανε τον πόλεμο. Φεύγοντας οι Γερμανοί προσπάθησαν να καταστρέψουν τα μεταλλεία του Μπούρινου για να αφήσουν πίσω τους καμένη γη. Χάρη στην αυτοθυσία των ντόπιων όμως οι οποίοι κατέστρεφαν τα φυτίλια ανατίναξης και έκλειναν με ξύλα και βράχους τις στοές δεν το κατόρθωσαν και οι στοές δεν χάθηκαν.
Η αγάπη της μάνας.
Στα μεταλλεία χρωμίου την περίοδο της κατοχής (1941-1944) επιτάχτηκαν οι έμπειροι εργάτες και οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών που ήταν ενήλικοι άντρες αλλά επιτάχτηκαν και παιδάκια από την Κοζάνη ως βοηθητικό προσωπικό.
Σύμφωνα με την μαρτυρία του Λάζαρου Κουζιάκη δέκα αγόρια της δικής του γειτονιάς (Σκρκας) ηλικίας 12 με 14 χρονών επιτάχτηκαν για να δουλέψουν για κάποιο χρονικό διάστημα κυρίως άνοιξη και καλοκαίρι στα μεταλλεία. Το ίδιο συνέβη και σε άλλες γειτονιές της Κοζάνης αλλά και σε κοντινές περιοχές των μεταλλείων. Ανάμεσα στα παιδιά της Κοζάνης που πήραν οι Γερμανοί και τα πήγαν στις παρυφές του Μπούρινου υπήρξε και ο 12 χρόνος τότε θείος του Λάζαρου Κουζιάκη, ο Κωστής (Κωνσταντίνος Ρουμπούλης).
Η δουλειά των παιδιών ήταν κυρίως η διαλογή των πετρωμάτων με τα χέρια που γινόταν έξω από τις στοές αλλά και η διανομή του πόσιμου νερού και του φτωχικού φαγητού των εργατών που ήταν κυρίως μπομπότα. Οι συνθήκες εργασίας ήταν πολύ δύσκολες λόγω του χαρακτήρα της εργασίας, λόγω της ηλικίας των παιδιών και κυρίως επειδή τα παιδιά ήταν ξεκομμένα από το σπίτι τους. Μαζί με όλα αυτά υπήρχε ο φόβος του κατακτητή, η συνεχής επιτήρηση και επίπληξη από τους υπευθύνους στρατιώτες η κακή σίτιση και η λιγοστή ξεκούραση. Να σημειώσω εδώ πως οι ενήλικοι εργάτες δουλεύαν από ήλιο σε ήλιο αλλά οι περισσότεροι επέστρεφαν το βράδυ σπίτι τους ενώ τα παιδιά παρέμεναν στην περιοχή των μεταλλείων.
Η γιαγιά του Λάζαρου Κουζιάκη και μητέρα του Κωστή, Θεοδώρα Ρουμπούλη, καθώς και άλλες μητέρες σκεπτόμενες όλα αυτά πήραν την απόφαση να πάνε δίπλα στα επιστρατευμένα τέκνα τους που δουλεύαν στα μεταλλεία. Άφησαν την οικογένεια τους και τα υπόλοιπα παιδιά τους και ξεκίνησαν με τα πόδια για τις παρυφές του Μπούρινου.
Το παρακάτω απόσπασμα είναι από ένα διήγημα μου με τίτλο «Μπούρινος, το βουνό που βογκούσε»:
«Με τον φίλο μου τον Νικολή τελειώσαμε το ξεδιάλεγμα την ώρα που ο ήλιος κόντευε να βασιλέψει και κουρασμένα και νηστικά καθίσαμε να φάμε το φτωχικό φαγητό μας. Ένα απαλό αεράκι φυσούσε, αναστέναξα. Πέρα στην αρχή του δρόμου κάτι σάλευε. Άρχισε να ξεχωρίζει από μακριά ένα ζωντανό κομπολόι ανθρώπων να έρχεται από το μονοπάτι προς τα μεταλλεία. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι ήταν και αναρωτιόμασταν, γιατί ξέραμε πως οι εργάτες- αγωγιάτες θα επέστρεφαν την άλλη μέρα. Τα άτομα πλησίαζαν και σε λίγο από τα άσπρα μαντήλια τους που ανέμιζαν στο αεράκι καταλάβαμε πως ήταν γυναίκες φορτωμένες με μπόγους και καλάθια. Μαζί με μας κοιτούσαν και οι Γερμανοί στρατιώτες απορημένοι.
Ξαφνικά μια φωνή του Νικολή έσκισε τον αέρα και μας έκανε όλα τα παιδιά να πεταχτούμε επάνω : «Μάνα!!!»
Ανατρίχιασε όλο μου το κορμί, δεν ανάσαινα, τα πόδια μου έτρεμαν και άκουγα την καρδιά μου να χτυπά δυνατά. Άρχισαν και άλλες παιδικές φωνές με την ίδια λέξη «Μάνα, μάνα, μάνα!!!» Οι φωνές τρύπωσαν στις στοές και αντιλάλησε και ο Μπούρινος : «Μάνα!!!». Άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου να δω καθαρότερα, την αναγνώρισα από το γνώριμο και αγαπημένο περπάτημα της. Έτρεξα μαζί με τα άλλα παιδιά και τις ανταμώσαμε στο μονοπάτι. Ήταν φορτωμένες μπόγους και κουρασμένες μετά από τόσες ώρες περπάτημα αλλά μόλις μας αντίκρυσαν φωτίστηκε το πρόσωπο τους. Μύριζαν ιδρώτα και σκόνη αλλά κυρίως μύριζαν μάνα.»
Οι μητέρες έμειναν δίπλα στα παιδιά τους, τα βοηθούσαν στην διαλογή, έτρωγαν από το λιγοστό φαγητό τους και κοιμότανε στην ύπαιθρο μαζί με τα αγόρια τους. Η Θεοδώρα Ρουμπούλη το φθινόπωρο του 1942 πήρε συχαρίκια από ένα συμπατριώτη της, που την πληροφόρησε πως έγινε για πρώτη φορά γιαγιά από την κόρη της την μητέρα του Λάζαρου Κουζιάκη. Αναγκαστικά τότε αποχαιρέτησε τον Κωσταντή και πήγε να βοηθήσει την λεχώνα κόρη της.
Το 1944 τα μεταλλεία έκλεισαν για τους Γερμανούς οι οποίοι φεύγοντας θέλησαν να τα ανατινάξουν όπως και τα μονοπάτια που οδηγούσαν σε αυτά. Οι κάτοικοι όμως τα προστάτευσαν και με αυτοθυσία έσωσαν αυτά καθώς και το βουνό που βογκούσε, τον Μπούρινο.
Για να γράψω το παραπάνω κείμενο και το διήγημα «Μπούρινος, το βουνό που βογκούσε» και για να κάνω την ερεύνα για τα μεταλλεία αιτία ήταν ένας άνθρωπος με πολλές γνώσεις και για την περιοχή και για τα ιστορικά συμβάντα. Μια ζωντανή βιβλιοθήκη όπως τον αποκάλεσα που θυμόταν λεπτομέρειες. Για να ελέγξω τα λεγόμενά του χρησιμοποίησα πληροφορίες από το διαδίκτυο και ΑΙ, τεχνητή νοημοσύνη. Με έκπληξή ανακάλυπτα πως αυτά που μου αφηγούνταν ήταν σωστά αλλά είχαν και περισσότερες λεπτομέρειες που δεν ήταν γραμμένες πουθενά. Ο άνθρωπος αυτός είναι ο Λάζαρος Κουζιάκης τον οποίο ευχαριστώ θερμά.
Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν τα γραφόμενά μου είναι προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης λόγω της δυσκολίας να βρω σχετικές φωτογραφίες εκείνης της εποχής.
Ιωάννα Κύρου
0 Σχόλια