Η Βασιλόπιτα του ορφανού….Λάζαρος Νάνος

 


Ήμασταν τα πέντε ορφανά της φτωχής της μάνας μας. Το μεγαλύτερο από μας, η Τασιάνα, να περπατάει στα έντεκα. Βάλτε τώρα με το νου σας κι όλα εμάς, τα άλλα τέσσερα, τα μικρότερα…!

Δύσκολος κι ανηφορικός ο δρόμος της μάνας, μέχρι να μας μεγαλώσει. Να την έβλεπες τη δύστυχη όταν γυρνούσε, τη μια απ’ το πλύμα κάτω απ’ τις Βρύσες, την άλλη απ’ το χωράφι και την παράλλη πέρ΄ απ’ τ’ Αναβρυκά, σίντας πήγαινε να κόψει ξύλα για το χειμώνα, να την έβλεπες, λέω, από καμιά μεριά, πώς βάραιναν τα ποδάρια της, πώς είχε σκεβρώσει το κορμί της απ’ τα βάσανα και την κούραση, διαβαίνοντας πεζή την κακοτράχαλη κι επικίνδυνη στράτα της Κακιάς Σούδας …!

Ο πατέρας μας, μόλις είχε κλείσει χρόνο, που είχε φύγει απ’ τη ζωή, και…, μες στα πολλά τα βάσανα που μας είχε αφήσει ήταν και τούτο….! Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το κασόνι δεν είχε ουτ’ ένα δράμι αλεύρι μέσα για να κάμει τη βασιλόπιτα, για μας και το τζιομπάνο, η δόλια η μάνα μας…!

Τα Κόλιαντα εκείνα, της Παραμονής των Χριστουγέννων του 1957..., μ’ όλη τη φτώχεια που είχαμε, η μάνα μας τα είχε καταφέρει. Φύλαγε μέρες πριν, το λιγοστό αλεύρι που είχε απομείνει μες στ’ αλευροκόφινό μας, για να πλάσει τις Κολιαντίνες, τις μικρές κλούρες, που θα ’δινε για φιλοδώρημα στα παιδιά το βράδυ εκείνο, που θα ’ρχονταν να μας πουν τα Κάλαντα.

Την προπαραμονή όμως της Πρωτοχρονιάς η δόλια η μάνα μας, στεκόταν συλλογισμένη και σκεφτική στο ξημέρωμα της Χρονιάρας αυτής μέρας…! Τρόμαζε η δύστυχη, και με τη σκέψη μονάχα, που δεν μπορούσε να ’ξοικονομήσει μια χούφτα αλεύρι για να πλάσει τη Βασιλόπιτά μας…!

Ο Νικόλας, ο μεγαλύτερος από μας κι εγώ, καθόμασταν στον χειμωνιάτικο τον οντά και πυρωνόμασταν κοντά στο τζάκι. Η μάνα μας, πότε καθόταν πίσω από μας στο σκαμνί, πότε έστεκε ορθή κι αμίλητη όλη την ώρα και μας χάιδευε τ’ αχτένιστα μαλλιά μας, όταν ξαφνικά την είδαμε να κόβει απότομα τη σιωπή της κι αρχίνησε να κλαίει…! Την αγκαλιάσαμε κι οι δυο, εγώ τ’ αδύναμα και κοκαλιάρικα ποδάρια της κι ο Νικόλας τη μέση της και… κλαίγαμε κι οι τρεις μαζί…! Εμείς, δίχως να ξέρουμε το γιατί, ενώ εκείνη έκλαιγε για τον μεγάλο της καημό που είχε…!


- Γιατί κλαις, ορέ μάνα; Τη ρώτησε κλαίγοντας ο Νικόλας.

- Γιατί κλαίω, παιδάκι μου…! Μα…, ταχιά είναι Σόρβα, είναι Κάλαντα Πρωτοχρονιάς, και…, την άλλη μέρα είναι Αϊ-Βασ’λιού…! Μες στ’ αλευροκόφινο δεν υπάρχει ουτ’ ένα δράμι αλεύρι για να κάμω τη βασιλόπιτα για μας και το τζιομπάνο…! Να μην πάμε κι εμείς, παιδάκι μου, λίγα καλούδια στο τζιομπάνο που, μέρα-νύχτα, βουλοδέρνει μες στα κρύα και το χιονιά για τις τρεις φτωχές γιδούλες μας; Να μην του πάμε κι εμείς μια μικρή βασιλόπιτα, ένα μικρό βασιλόψωμο, τώρα τ’ Αϊ-Βασ’λιού, όπως κάμνουν όλοι οι νοικοκυραίοι;

Και την ώρα που έλεγε αυτά ξέκοψαν πάλι δυο κόμποι δάκρυα κι έσταξαν απάνω στη μόρικη χαρακτηριστική ποδιά της.

- Σκέφτομαι, μας λέει, να πάω μπροστά στη θεια σας, τη Γιώργαινα του Τζίτζικα, να ζητήσω λίγο αλεύρι δανεικό, μα…πάλι αντειριέμαι…! Ντρέπομαι η μαύρη να πάω, γιατί της χρωστάω το προηγούμενο μισό τσουβάλι, που πήρα δανεικό τις προάλλες και δεν της το γύρισα ακόμα…! Θα μπορούσα να πάω και παραδίπλα, στη Μπλιούμαινα να ζητήσω, μα…, αυτή είναι τρεις φορές χειρότερη από μας…! Είναι θεόφτωχη…! Έχει εφτά στόματα να χορτάσει κι ειν’ όλα της… κορίτσια…!

Εμείς βλέπαμε τη μάνα μας να κλαίει και την κοιτάζαμε μ’ απορία στα μάτια, μην ξέροντας τι να κάμουμε. Κι οι δυο μας όμως κάμαμε την ίδια σκέψη μέσα μας…! Πότε να μεγαλώσουμε, να μπορέσουμε να δουλέψουμε εμείς τα λίγα χωράφια που μας ειχε αφήσει ο πατέρας και να της γεμίσουμε τ’ αμπάρια με, πολλά-πολλά, γεννήματα: με στάρια, με κριθάρια, με βρώμες, με καλαμπόκια, μ’ ό,τι ήθελε η ψυχή της…!

Κι εκεί που σιγοσφύριζαν τα ξύλα κι η φωτιά λαμπάδιαζε καταμεσής στο τζάκι, εκεί, που οι πύρινες γλώσσες ξεπετιόνταν λαίμαργες ολούθε, κάθε τόσο, κι έριχναν ένα άξαφνο φως στα κατάβρεχτα απ’ τα δάκρυα πρόσωπά μας, εκεί…, τ’ ανήσυχο και δαιμόνιο πνεύμα του Νικόλα βούλιαζε σε σκέψεις και συλλογές ασύλληπτες για την ηλικία μας…! Και…, την ώρα εκείνη που κατάστρωνε το μυστικό και παράτολμο σχέδιό του ο Νικόλας, τα μάτια του άστραψαν μεμιάς κι η σπιρτόζα καπατσοσύνη του έλαμψε σαν μάτι αετού στο πρόσωπό του…!

Σκεφτόταν, όλη την ώρα, πόσο χαρούμενη θα ’νιωθε η μάνα μας, σαν θα σηκώνονταν, πρωί-πρωί, και θα ’βλεπε μες στ’ αλευροκόφινό μας μιαν άσπρη σακούλα πάνινη γιομάτη αλεύρι…!


………………………………………………………………………………………….

Το μούχρωμα είχε αρχίσει να πέφτει βαρύ κι απειλητικό σ’ ολάκερη τη γειτονιά μας. Πρώτα άρχισε να σκοτεινιάζει μέσα στο σπίτι, ύστερα έξω στην αυλή και κατόπιν σ’ ολάκερο το χωριό. Εμείς, τα πιο μικρά, νυστάζαμε από πολύ νωρίς. Κοιμόμασταν ορθά, όλη την ώρα, σαν τα ορνίθια, γέρνοντας το κεφάλι ο ένας απάνω στον άλλο. Κι η δόλια η μάνα μας προσκύναγε κι αυτή, βολές-βολές, σα νιόνυφη, κατάκοπη απ’ την κούραση και τις έγνοιες της…!

Σαν μας είδε πως νυστάζαμε και δεν αντέχαμε άλλο, μας σήκωσε απ’ τη φωτιά, μας φίλησε, ένα-ένα, στο μάγουλο, μας έστρωσε κατάχαμα μια τριμμένη κουρελού, μας έριξε από πάνω κι ένα γιδίσιο σάισμα για σκέπασμα, το ποκρόβι, και μας έβαλε να κοιμηθούμε όλα μαζί στη σειρά, το ένα πλάι στο άλλο.

Δεν καταλάβαμε πότε μας πήρε ο ύπνος. Μονάχα ο Νικόλας έμενε άγρυπνος. Έκαμνε τάχα πως κοιμόταν, μα…, αυτός…, περίμενε μ’ αγωνία πότε να πάει μεσάνυχτα για να σηκωθεί ύστερα κρυφά απ’ όλους μας, και να πραγματοποιήσει το ασύλληπτο για την ηλικία του παράτολμο σχέδιο που ’χε χαράξει στο μυαλό του.

Μ’ αυτές και μ’ αυτές τις σκέψεις που έκανε ο Νικόλας η ώρα είχε περάσει και ύπνος δεν του κόλλαγε όλο το βράδυ. Κρυφανάσαινε κάτω απ’ το γιδίσιο σάισμα, αφήνοντας λεύτερη τη φαντασία του να πλανάται και να κάνει διάφορα όνειρα και σχέδια, που για μας τα εξάχρονα και τα εφτάχρονα ήταν ασύλληπτα. Σκεφτόταν, όλη την ώρα, πώς θα μπορέσει να βοηθήσει την έρμη τη μάνα μας τη μέρα αυτή της Πρωτοχρονιάς…! Πώς θα μπορέσει να της βρει το απαραίτητο λίγο αλεύρι για να πλάσει την ποθητή μας βασιλόπιτα…!

Κι έτσι, καθώς γύριζε σα ροδάνι η παιδική του σκέψη και φαντασία μες στη χειμωνιάτικη νύχτα, ήρθαν στο νου του πάλι εκείνες οι πρωτύτερες θύμησες της πικραμένης και βαλαντωμένης μάνας μας, που αεροζυγιάζονταν ακατάπαυτα, όλη την ώρα, απάνω στο χρυσό γνέμα της άδολης κι άβγαλτης παιδικής του ψυχής…!


Τα πλανεμένα μάτια του μοιάζαν να θωρούν νοερά πέρα, μακριά…! Να φτάνουν ως κάτω…, στους Νερόμυλους και στον Μαντανόλακκα, στον Αϊ-Μάρκο και τα Μακρινά…! Τα μάτια του, φαίνεται, πως πλανεύτηκαν σ’ ένα σχέδιο ασύλληπτο για παιδί της ηλικίας του, σ’ ένα σχέδιο, που δύσκολα μπορεί να πραγματοποιηθεί από ’να εννιάχρονο παιδί σαν τον Νικόλα μες στο καταχείμωνο…!!

Το όραμά του αυτό στριφογύριζε ολονυχτίς μες στ’ άπραγο μυαλό του, ώσπου να πάει μεσάνυχτα και να το κάνει πράξη…! Και τ’ όραμά του αυτό δεν ήταν άλλο, από το πώς θα μπορέσει να ’ξοικονομήσει τρεις-τέσσερις χούφτες αλεύρι, που τόσο πολύ το ’χε ανάγκη η μάνα μας το βράδυ εκείνο…!

Πού όμως να βρει αλεύρι τέτοιαν ώρα; Από πού να το προμηθευτεί; Από πού να το ’ξοικονομήσει; Όπου κι αν πήγαινε, έπρεπε να λείψει ώρα πολλή απ’ το σπίτι. Κι αν ξυπνούσε νύχτα η μάνα μας και δεν τον έβρισκε στη στρωματσάδα να κοιμάται; Κι αν τον έπαιρνε χαμπάρι η αδερφή μας η Τασιάνα, πως…, δεν κοιμάται δίπλα της και το μαρτυρούσε στη μάνα μας; Έεε…, τότε ήταν που όλα θα πήγαιναν χαμένα…! Τότε ήταν που όλο το σχέδιό του θα ναυαγούσε…!


Κi εκεί…, που τα σκεφτόταν ολ’ αυτά, του ’ρθε ξαφνικά στο νου του η σκέψη, πως: « απόψε είναι… Σόρβα…! Είναι Παραμονή και Κάλαντα Πρωτοχρονιάς…! Θα πάω, σκέφτεται…, στα Σόρβα να πω τον Αϊ-Βασίλη και η ολονύκτια απουσία μου θα είναι απόλυτα δικαιολογημένη, αν κάποιος απ’ τ’ αδέρφια μου με πάρει είδηση πως λείπω…! Ναι, αυτό ήταν…! Το βρήκα…! Θα πάω απόψε στα Σόρβα, θα γεμίσω μια σούβλα χοιρινό κρέας απ’ τα φιλοδωρήματα που θα μου δίνουν οι νοικοκυραίοι, σύμφωνα με το έθιμο του χωριού μας, κι ύστερα, θα κατεβώ κάτω στο Μύλο του παππού Τσαγκαδούρα και θα το ανταλλάξω μ’ αλεύρι…! Αυτό θα κάμω…! Καλά το σκέφτηκα…! Έλα όμως, που…, για να κατεβώ κάτω στο Νερόμυλο του παππού Τσαγκαδούρα πρέπει πρώτα να περάσω υποχρεωτικά, μπροστά απ’ τα χαλάσματα του εγκαταλειμμένου και Στοιχειωμένου Βακούφ’κου Νερόμυλου…! Του Νερόμυλου απ’ τον οποίο, τώρα το δωδεκάημερο, που είναι «αλ’τές οι νύχτες», όλοι οι χωριανοί πιστεύουν, πως, βγαίνουν οι «μακριά από δω», οι Καλικάντζαροι, μεσ’ απ’ το κατασκότεινο Ζιργιό του…! Πώς να περάσω όμως από κει;».


Αυτό ήταν που βασάνιζε τώρα τη σκέψη του Νικόλα και του ’σφιγγε αφόρητα την ψυχή…! Γιατί σκεφτόταν, πως, το μονοπάτι που θ’ ακολουθούσε για να φτάσει στο Νερόμυλο του γερο-Τσαγκαδούρα, περνούσε υποχρεωτικά μπροστά απ’ το Ζιργιό του εγκαταλειμμένου και Στοιχειωμένου Βακούφ’κου Νερόμυλου, που… και μέρα ακόμα οι χωριανοί το σκέφτονται, πώς να περάσουν από κει…!! « Αν, την ώρα που περνώ από κει, σκεφτόταν, βγουν οι «μακριά από δω» μπροστά μου και μου κλείσουν το δρόμο, τι θα κάμω; Ααα…! Το βρήκα…, σιγολέει πάλι μέσα του…! Το βρήκα…! Δε θα κατεβώ στο Μύλο του παπού του Τσαγκαδούρα παράωρα…! Δε θα κατεβώ την αχαμνή εκείνη ώρα, που βγαίνουν οι «μακριά από δω», ο Καλικάντζαροι…! Θα περιμένω να λαλήσει πρώτα το πρώτο ορνίθι, κι ύστερα να κατεβώ. Γιατί, όπως μου ’λεγε ο πατέρας, τότε που ακόμα ζούσε, «οι μακριά από δω», μόλις ακούσουν το πρώτο ορνίθι να λαλεί, σηκώνονται και φεύγουν, άρον-άρον, τρέχοντας…! Αναδρομώνονται και τρέχουν σαν παλαβοί να κρυφτούν μες στο κατασκότεινο Ζιργιό του Στοιχειωμένου Νερόμυλου…!

Αυτό θα κάμω, σκέφτεται…! Θα πάω πρώτα στα Σόρβα, θα γυρίσω όλη τη νύχτα το χωριό, τραγουδώντας τον «Αϊ-Βασίλη», κι ύστερα, μόλις λαλήσει το πρώτο ορνίθι, θα κατεβώ στο Νερόμυλο του παππού Τσαγκαδούρα και θ’ ανταλλάξω μ’ αλεύρι όλο το χοιρινό κρέας, που θα μαζέψω απ’ τα φιλοδωρήματα των νοικοκυραίων…!».

Κι ακαρτερούσε ο δύστυχος όλη τη νύχτα, ζαρωμένος κάτω απ’ το γιδίσιο σάισμα, πότε να περάσει η ώρα, πότε να πάει μεσάνυχτα, να κοιμηθούμε όλοι εμείς, κι ύστερα να σηκωθεί αυτός κρυφά, χωρίς να τον πάρει είδηση κανένας από μας, και να κάμει πράξη το δύσκολο κι ασύλληπτο αυτό σχέδιο για την ηλικία του…!

***

Ο καιρός απ’ τ’ απόγιομα ακόμα εκείνης της μέρας στεκόταν δίβουλος και συλλογισμένος…! Να χιονίσει…., να μη χιονίσει…! Μήτε κι αυτός ήξερε τι ήθελε να κάμει…!! Κατά τα μεσάνυχτα, όμως, κι ενώ εμείς κοιμόμασταν, το είχε στρώσει κιόλας για τα καλά όξω στον οβορό…!. Χιόνιζε πρωτόγονα, χιόνιζε τόσο πυκνά, που λες κι ο Θεός το ’ριχνε με τα δυο του χέρια το χιόνι κείνη την ώρα…!!

Ύστερ’ από λίγο, νύσταξε κι η μάνα…! Χαμήλωσε τη γκαζόλαμπα κι έπεσε να κοιμηθεί. Ο μόνος που έμενε ξάγρυπνος ακόμα, την ώρα εκείνη, ήταν ο Νικόλας. Έκαμνε, τάχα, πως κοιμόταν…!! Όμως αυτός περίμενε, πότε να πάει μεσάνυχτα, για να σηκωθεί κρυφά απ’ όλους μας και να πάει στα Σόρβα…!

Πόσο μεγάλες, στ’ αλήθεια, του φαινόταν εκείνες οι ώρες το Νικόλα, μες στην αγωνία και τη λαχτάρα του να πάει στα Σόρβα και να γεμίσει την κρανίσια σούβλα του με χοιρινό κρέας…! Πόσο δύσκολα περνούσαν…! Πόσα όνειρα και πόσες κρυφές ελπίδες δεν έκρυβε μέσα της η άδολη και παιδική ψυχή, του μικρού «αγραυλούντα ποιμένα…!».


Σαν κατάλαβε, πως, αποκοιμήθηκε και η μάνα, σηκώθηκε, σιγά-σιγά, σίμωσε νυχοπατώντας κοντά της, κι αφού βεβαιώθηκε πως κοιμάται, ακούοντας τη ρυθμική της αναπνοή να σκάει ανάλαφρα απ’ τα ξηραμένα χείλη της, έριξε μια κοφτή ματιά σ’ εμάς να ιδεί, αν κοιμόμαστε, κι ύστερα, με μια πρωτόγνωρη σβελτάδα, άνοιξε αθόρυβα την πόρτα του χειμωνιάτικου, ξεμαντάλωσε μαστορικά την εξώθυρα, χωρίς ν’ ακουστεί ο παραμικρός θόρυβος, δρασκέλισε το κατώφλι της γοργά, βγήκε έξω στην αυλή, κι όταν είδε το χιόνι να τα ’χει σκεπάσει όλα, ξαφνιάστηκε…! Πέρασε απ’ το νου του, τότε, η σκέψη να μην πάει καθόλου στα Σόρβα και να γυρίσει πίσω να ξανακοιμηθεί…! Μα…, πάλι, πώς ν’ άφηνε τη μάνα μας το βράδυ εκείνο, έτσι…, χωρίς αλεύρι…! Εεεε…, όχι…, όχι…! Αυτό δεν θα το συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό του.

Δεν έχασε όμως καιρό, και…, πατώντας αδιάκριτα μέσα στο χιόνι, πήγε πέρα στην προβάτα, ξεκρέμασε το οκάρ’κο το κυπρί, που το ’χε φυλαγμένο καλά, απάνω στις γριντιές ο πατέρας, από τότε ακόμα, που γυρνούσαν τον Άγιο Νικάνορα της Ζάβορδας στα σπίτια και μάζευαν γεννήματα…! Τα φόρτωναν στο δικό μας το μουλάρι, που ’σερνε το οκάρ’κο αυτό κυπρί, για να τ’ ακούν οι χωριανοί και να βγαίνουν έξω στο δρόμο και στις αυλές να προσκυνήσουν τον Άγιο και να προσφέρουν στάρι ή καλαμπόκι σαν φιλοδώρημα για το Μοναστήρι του Αγίου.

Τα κυπροκούδουνα που φορούσαν τα παιδιά, τώρα τα Σόρβα και τα Κόλιαντα, οι χωριανοί πίστευαν, πως, ήταν αποτρεπτικά για τους Καλικάντζαρους, απ’ τ’ αρχαία ακόμα χρόνια, απ’ τη γιορτή «των Μικρών Διονυσίων» της Προϊστορικής εποχής…!

Κατάλοιπο, ίσως, της μεγάλης αυτής γιορτής των «Μικρών Διονυσίων», φαίνεται, πως, είναι και η σημερινή αυτή συνήθεια των παιδιών, να κουβαλούν μαζί τους τα κυπριά και τα κουδούνια στα Κόλιαντα και στα Σόρβα, για ν’ αποτρέπουν τους «μακριά από δω», τους καλικάντζαρους, που βγαίνουν τώρα το δωδεκάημερο, τις «αλ’τές νύχτες», να πειράξουν τους ανθρώπους…!!

Ο Νικόλας μπήκε μέσα στο μαγειρειό, πήρε τις λαστιχένιες μπότες και το μαλλιώτο του συχωρεμένου τού πατέρα μας, τυλίχτηκε καλά μ’ αυτό, φόρεσε και την κατσούλα στο κεφάλι και μόνο τα δυο μικροσκοπικά του μάτια διέκρινες μέσ’ απ’ αυτή…!

Έπιασε κατόπιν από μέσα το γλωσσίδι του κυπριού, το βούλωσε μ’ ένα παλιοτσόλι, για να μην ακούσει το χτύπο η μάνα μας, το πέρασε στο ζωσμένο του λουρί, έβαλε παραμάσχαλα την κρανίσια σούβλα, κρέμασε στον αριστερό του ώμο τον τρουβά για να βάνει μέσα τα φιλοδωρήματα και στο δεξί του χέρι κρατούσε σφιχτά την γκλίτσα του πατέρα για να μη γλιστράει στο χιόνι και να φυλάγεται απ’ τα σκυλιά, που δεν ήταν και λίγα την εποχή εκείνη στο χωριό, και…, κίνησε για τα Σόρβα…!

Ο μαχαλάς της Κούλιας κοιμόταν ακόμα, ράθυμα και νωχελικά, στην προσηλιακή πλαγιά τ’ Αϊ-Πρόδρομου. Κατάντικρύ του έστεκαν βουβοί οι άλλοι δυο μαχαλάδες του χωριού, τ’ Αϊ-Γιώργη και του Παλιοκόνακου, ντυμένοι στα λευκά…!

Δεν είχε ξυπνήσει κανείς ακόμα απ’ τους συνομηλίκους του να πάει στα Σόρβα, μήτε κι απ’ τους Τζιομπαναραίους, που πάντα ξυπνούσαν πρώτοι.

Μες στη σιγαλιά της χιονισμένης νύχτας ακουγόταν μονάχα η δική του λεπτοκαμωμένη φωνούλα, το δικό του λιανοτράγουδο κάτω στα Ντουμπάδικα:

«Αγιός Βασίλης νέρχιτι, Γινάρης ξημιρώνει…!

Βασίλη μ’, πόθιν έρχισι κι αμπόθι κατιβαίνεις;

Ιγώ απ’ τα ξένα έρχουμι κι στα δικά μου πάου

Σαν έρχισ’ απ’ την ξενιτιά, πες μας ένα τραγούδι.

Ιγώ γράμματα μάθινα, τραγούδια δεν ηξεύρου

Σαν μάθινις τα γράμματα, πες μας την αλφαβήτα

Στην πατιρίτσα ακούμπισι να πει την αλφαβήτα…»



Ήταν το μοναδικό χαρούμενο άγγελμα για την καινούρια Πρωτοχρονιά που ακουγόταν σ’ όλο το χωριό την ώρα εκείνη. Και, κάθε τόσο, ο Νικόλας επαναλάμβανε με τα μελανιασμένα απ’ το κρύο χείλη του, την συνηθισμένη φράση των παιδιών εκείνης της βραδιάς: «Σόοορβα…! Σόοορβα…! Σόοορβα….! Κι άαααλλος Αϊ-Βασίλ’ς…!

Μες στην ψυχή του Νικόλα η παγερή και φορτωμένη με χιόνια νύχτα, δένονταν αρμονικά με την παράδοξη σιωπή του μυστηριακού κόσμου του δωδεκάημερου, με τα Σόρβα και τα κυπροκούδουνα, με τους καλικάντζαρους και τις «αλ’τές νύχτες»…!

Μέσα σ’ αυτό το αγριοδρόλαπο και την παγωνιά δεν άκουγες τίποτε άλλο την ώρα εκείνη έξω στους δρόμους και τα στενορύμια του μαχαλά της Κούλιας, παρά, το δικό του τραγούδι, τα δικά του αργά βήματα που τριζοβόλαγαν αργοπατώντας μες στα παγωμένα λασπόνερα και κρούσταλλα…!

Για τον μικρό «αγραυλούντα ποιμένα», τον τυλιγμένο μες στο μακρυμάνικο κοντοκάπι του πατέρα του, που του ’φτανε ως στον αστράγαλο(!), οι ώρες ετούτες του ’πεφταν σαν μέλι γλυκές μες στην άβγαλτη ακόμα παιδική του ψυχή κι ας είχε έξω κρύο και παγωνιά, κι, ας χιόνιζε την ώρα εκείνη πρωτόγονα ο Θεός…!.

Τα μάτια του έβλεπες ν’ αστράφτουν, να πετούν σπίθες απ’ την ανείπωτη χαρά κι αγαλλίαση που ’νιωθε, σαν σκεφτόταν, πως, σε λίγο θα γέμιζε τη σούβλα του με χοιρινό κρέας, την οποία θ’ αντάλλασσε μ’ έναν τρουβά σταρίσιο αλεύρι…!

Οι χωριανοί, σαν άκουγαν τον βαρύ αχό του οκάρικου κυπριού του, πίστευαν πως επισκέπτονταν το σπίτι τους για τα Σόρβα μεγάλα παιδιά, τσοπαναραίοι δεκαοχτάρηδες κι ετοίμαζαν μεγάλες μπλάνες (κομμάτια) χοιρινού να προσφέρουν για φιλοδώρημα στο μπλίκι αυτό…!! Έτσι ο Νικόλας, μόνο από το μαχαλά της Κούλιας, από τα Ντουμπάδικα δηλαδή κάτω, ως τα Βαβλιαράδικα απάνω, είχε γεμίσει απ’ άκρη σ’ άκρη την κρανίσια σούβλα του, νωρίς-νωρίς, και δε χώραε άλλο, μήτε μικρό κοψίδι χοιρινού να σουβλίσει…!

Ξάφνου, κάπου εκεί κοντά, ανάμεσ’ απ’ τα Μπουκάδικα και τα Βαβλιαράδικα, ακούει τα πρώτα ορνίθια να λαλούν…! Τότε του ’ρθε η ιδέα να μην πάει στους άλλους δυο μαχαλάδες, τ’ Αϊ-Γιώργη και του Παλιοκόνακου, αλλά να φύγει γρήγορα για το Μύλο του Τσαγκαδούρα, πριν ξημερώσει και τον πιάσει η μέρα…!!

Κατεβαίνει γοργά την Τρανή Κατηφόρα απ’ τα Μπουκάδικα, ροβολάει ανάμεσ’ απ’ τα Νταλάδικα και τα Φτακάδικα, προσπερνάει τα Γιαννακοπουλαίικα, διασχίζει την Πλατεία, διαβαίνει τις Βρύσες και το Σχολικό Κήπο με τα πυκνά καβάκια και τις ιτιές και φτάνει στου Γκοβεδάρου το Μπαξέ, με τα δυο μπνάρια και τις συκαμινιές, με τις αμέτρητες μηλιές και τις δαμασκηνιές, εκεί, που σήμερα βρίσκεται το ξενοδοχείο Ελίμεια.

Μια βουβαμάρα πνιχτή βασίλευε ολούθε την ώρα εκείνη κι ένας ανάερος ίσκιος ξεχύνονταν και σκέπαζε ολάκερη τη ρεματιά των Νερόμυλων, απ’ τον Αϊ-Μάρκο και το Μαντανόλακκα κάτω, ως τους Νερόμυλους, τις Βρύσες και τα Σιντριβάνια απάνω…!

Πηχτό σκοτάδι ολόγυρα. Και μεσ’ απ’ την ψυχή του Νικόλα ν’ αναβλύζει πάλι κείνος ο παράξενος κι ανεξήγητος φόβος με το Στοιχειωμένο Βακούφ’κο Νερόμυλο, αν και είχαν λαλήσει τα πρώτα ορνίθια…!

Το χιόνι την ώρα εκείνη άρχισε να πέφτει πιο πυκνό και το μονοπάτι να γίνεται άφαντο μπροστά απ’ τα μάτια του…! Η πορεία του τώρα, που πλησιάζει να διαβεί μπροστά απ’ το Στοιχειωμένο Νερόμυλο, γίνεται μαρτυρική, όσο σιμώνει πιο κοντά.

Δεν το βάζει όμως κάτω. Νιώθει μια δύναμη πρωτόγνωρη κι ανίκητη να κυριαρχεί μέσα του, όσο σκέπτεται ότι πρέπει να πετύχει «πάση θυσία» το σκοπό του, να φέρει στο σπίτι το αλεύρι που χρειάζεται η μάνα για να πλάσει τη βασιλόπιτα. Θέλει να την κάμει να χαρεί. Δε σκέφτεται τίποτ’ άλλο κείνη την ώρα, μήτε το χιόνι που του ραβδίζει βιτσίζοντας το πρόσωπό του, μήτε το πώς θα περάσει το Ζιργιό του Στοιχειωμένου Νερόμυλου…!!

Και…, ξαφνικά, τη στιγμή εκείνη, ακούει τα Τζελλάδικα ορνίθια να φωνάζουν βουβά κι απόκοσμα, ωσάν η λαλιά τους να ’ρχεται σταλμένη απ’ τον Κάτω Κόσμο…! Τότε αναθάρρησε κι ένιωσε μέσα του ένα ξαλάφρωμα απίστευτο.

Μ’ ένα ανεξήγητο κουράγιο και με μια ανέλπιστη θάρρητα τραβάει τώρα άφοβα ίσα για το Στοιχειωμένο Νερόμυλο…! Σιμώνει ως μια ανάσα απ’ το Ζιργιό. Ρίχνει μια κοφτή ματιά κατά κει, αφουγκράζεται μήπως ακούσει καμιά παράδοξη τσιριξιά να βγαίνει μέσ’ απ’ το Ζιργιό, και…, με βήμα γοργό και ταχύ προσπερνάει το Στοιχειωμένο Νερόμυλο και βρίσκεται, δίχως κι αυτός να το καταλάβει, στην κατηφόρα με τα πολλά καγκέλια, τη γεμάτη βουζελα και τσαπουρνιές, πολύ σιμά στο Νερόμυλο του γερο-Τσαγκαδούρα…!

Τώρα, που προσπέρασε το δύσκολο εμπόδιο του Στοιχειωμένου Νερόμυλου, τα μάτια του έχουν μιαν άλλη λάμψη, αλλιώτικη. Λες και πετούν σπίθες απ’ την ανείπωτη χαρά του, καθώς ένιωθε πως σιμώνει κοντά στο Νερόμυλο. Κοιτάει τη σούβλα, που ’ναι γεμάτη χοιρινό, απ’ άκρη σ’ άκρη, κι αγάλλεται η ψυχή του…! Χαίρεται που τ’ όνειρό του σε λίγο θα γινόταν πραγματικότητα…! Θα αντάλλασσε τη σούβλα του με μισή πάνινη σακούλα αλεύρι, που τόσο μεγάλη ανάγκη το είχε η μάνα του ετούτη τη χρονιάρα μέρα…! Το βλέμμα του νοτίζει απ’ τη συγκίνηση του νυχτιάτικου αυτού παραμυθιού που ζει και βιώνει την ώρα εκείνη κι αποξεχνιέται…! Σκέφτεται τη χαρά που θα κάνει η μάνα του, όταν δει αναπάντεχα την άσπρη πάνινη σακούλα γιομάτη αλεύρι…!

Ζαλισμένος απ’ την ανάερη οπτασία που πηγαινοερχόταν ασταμάτητα στα μάτια του και πατώντας ανάλαφρα στ’ απάτητο χιόνι ένιωθε μέσα του μια απόκρυφη χαρά, καθώς σε λίγο θα ’ξοικονομούσε το πολυπόθητο αλεύρι…!

Αυτή η ανείπωτη χαρά πλημμυρίζει τώρα τα στήθια του, ανάκατη μ’ ένα ανεξήγητο ξαλάφρωμα μεταφυσικού φόβου, που είχε από πριν μέσα του, για τα αερικά και τους «μακριά από δω…», τους Καλικάντζαρους του Στοιχειωμένου Νερόμυλου…! .

Την ώρα εκείνη ούτε ψυχή ούτε φωνή καμιά στο δρόμο του! Σκοτάδι πηχτό βασίλευε ολούθε. Μοναδική συντροφιά του ο παγερός αγέρας και το χιόνι που στροβιλίζονταν μπροστά στα μάτια και δεν έβλεπε καλά μπροστά του.

Ξάφνου, μες στο μεγάλο χαλασμό του χιονιά, ακούει νερά να χύνονται και να πέφτουν απ’ την κρέμαση ενός μικρού βράχου, «δίκην» μικρού καταρράκτη, κι αναθαρρεί…! Και…, στο βάθος-βάθος, διακρίνει ένα αδύναμο χλωμό φωτάκι να ζαρίζει αμυδρά μέσ’ απόνα μικροσκοπικό παραθυράκι, χωμένο μες στα χιονισμένα βούζελα και τις αλυγαριές. «Επιτέλους έφτασα…!», μονολόγησε, τινάζοντας τα χιόνια που είχαν σωρευτεί απάνω στο κοντοκάπι τού πατέρα κι είχε γίνει κάτασπρο, από πάνω ως κάτω…! Σταματά ομπρός από την παμπάλαια ξύλινη πόρτα του Νερόμυλου, αρχίζει να χτυπά έντονα το οκάρικο κυπρί του και να τραγουδά:

«Αγιός Βασίλης νέρχιτι, Γινάρης ξημιρώνει…»

Με την κρανίσια κλίτσα του χτυπά τη γιομάτη χαραμάδες ξύλινη ξώθυρα του Νερόμυλου ν’ ανοίξει ο νοικοκύρης μυλωνάς. Κανείς όμως δεν αποκρίνεται…! Ξαναχτυπά κι απόκριση δεν παίρνει καμιά…! Σπρώχνει τη θύρα με τον αγκώνα κι η θύρα άνοιξε ευθύς. Ο Νικόλας μπαίνει μέσα με επιφύλαξη και κοιτάζει ολόγυρα, μήπως και ιδεί το μυλωνά. Μα…., δε βλέπει κανέναν…! Τον παραξένεψε πολύ που ο μύλος δούλευε μονάχος του, ενώ ο μυλωνάς έλλειπε…!

- Είναι κανείς εδώωωω…! Φώναξε με τη λεπτή κι αδύναμη παιδική φωνή του, που χανόταν μες στο μονότονο βουητό της μυλόπετρας, της φτερωτής και του Ζιργιού. Ξαναφώναξε πάλι πιο δυνατά, μα…κανείς δεν αποκρίνεται…!

Για μια στιγμή, πέρασε απ’ το νου του η σκέψη να γιομίσει, γρήγορα-γρήγορα, τον τρουβά, με την τσίγκινη σέσουλα αλεύρι απ’ τον πόθο και να χαθεί μες στη νύχτα. Σάμπως, ποιος θα τον έβλεπε, αφού κανείς δεν ήταν την ώρα εκείνη εκεί…!

Μα…, πάλι, το θεώρησε ατιμία μεγάλη να κλέψει το αλεύρι άλλου συγχωριανού του, που…, ποιος ξέρει…, μπορεί να ήταν πιο δυστυχισμένος κι απ’ αυτούς ακόμα…! Και το χειρότερο απ’ όλα γι’ αυτόν ήταν, το πώς θα δικαιολογούνταν στην έρμη τη μάνα του για την ατιμία του αυτή…! Σίγουρα θα τον έστελνε να γυρίσει πίσω όλο τ’ αλεύρι, από κει που το πήρε…! Γι’ αυτό ήταν σίγουρος, χωρίς καμιά αμφιβολία. Και… τότε…, με τι μούτρα θ’ αντίκριζε το γέροντα μυλωνά; Όχι…, όχι…, αυτό δε γίνεται…! Δεν είναι στο χαρακτήρα του…! Δε θα το κάμει ποτέ…! Δεν το ’χει στο αίμα του…!

Ο μυλωνάς, ο γερο-Τσαγκαδούρας, είχε γεμίσει το αμπάρι του μύλου ως απάνω με στάρι, που όπως το ’χε υπολογισμένο απ’ άλλες βολές, θα έπιανε ως δυο ώρες, μέχρι ν’ αλεστεί όλο, κι έφυγε για το χωριό…!

Μες στο στάρι τού αμπαριού όμως είχε δεμένο ένα παλιό σιδερένιο πέταλο της φοράδας του, για να χτυπάει στη μυλόπετρα, κάθε φορά που θα σώνονταν όλο το στάρι απ’ τ’ αμπάρι…! Το είχε εκεί δεμένο το πέταλο για να τον ξυπνάει τη νύχτα με το χτύπο του, όσες βολές θα τον έπαιρνε ο ύπνος, για να πάει να το ξαναγεμίσει. Γιατί, αν τον έπαιρνε ο ύπνος και γύριζαν άσκοπα οι μυλόπετρες για ώρα πολλή, χωρίς να πέφτει στάρι, τότε, με την τριβή τους, θα πάθαιναν μεγάλη ζημιά…! Θα φθείρονταν…!

Γι’ αυτό την ώρα εκείνη έλειπε ο γερο-Τσαγκαδούρας. Είχε αφήσει το Μύλο του, για λίγο, ν’ αλέθει μονάχος κι έφυγε για το χωριό, γιατί είχε ανήμπορη τη γυναίκα του κι έπρεπε να πάει στο σπίτι να ταΐσει άχυρο τα πράματα, τα μεγάλα ζώα.

Ο Νικόλας στεκόταν ομπρός απ’ τ’ αμπάρι και χάζευε, ώρα πολλή, τις μυλόπετρες που γύριζαν ασταμάτητα πετώντας, χουφτιές-χουφτιές, τ’ αλεύρι μέσα στον πόθο. (πόθος η ορθογώνια αποθήκη που πέφτει μέσα το αλεύρι απ’ τις μυλόπετρες).


Τον κυρίεψε η περιέργεια ν’ ανεβεί και να ιδεί, πόσο στάρι είχε ακόμα μέσα το αμπάρι. Πατά με το δεξί του πόδι απάνω στον πόθο και σηκώνεται ορθός. Βλέπει, πως, το πέταλο που είχε βάλει μες στο στάρι τ’ αμπαριού ο μυλωνάς αργούσε πολύ ακόμα να φτάσει στον πάτο και να χτυπήσει στη μυλόπετρα…!

Κατεβαίνει απ’ τον πόθο κι ανεβαίνει τα λιγοστά σαρακοφαγωμένα ξύλινα σκαλοπάτια, που έτριζαν φοβερά στ’ ανέβασμά του, να ιδεί μπας κι είναι απάνω στον οντά ο μυλωνάς και κοιμάται…!! Χτυπά την πόρτα κι απόκριση δεν παίρνει πάλι καμιά. Τη σπρώχνει, την ανοίγει και βλέπει άδειο και ξέστρωτο το ξύλινο αυτοσχέδιο κρεβάτι με την αχυρένια στρωμνή του. Παίρνει το ξύλινο σκαμνί, που ήταν πίσω απ’ την πόρτα και κάθεται σιμά στη χαμηλωμένη φωτιά του τζακιού, να πυρώσει τα ξυλιασμένα απ’ το χιονιά χέρια του.

Καθόταν, ώρα πολλή, κι αναλογίζονταν, τι έπρεπε να κάνει τώρα, που έλειπε ο μυλωνάς, καθώς ο σκοπός για τον οποίο είχε κατεβεί εκεί, κάτω, θα πήγαινε τώρα στράφι. Μέσα σ’ αυτή τη συλλογή και την πύρα της φωτιάς, μέσα σ’ αυτό το μονότονο νανούρισμα του γλυκού αχού που χύνεται ολάγυρα απ’ τις μυλόπετρες, φαίνεται, πως, τον πήρε ο ύπνος, ύστερα μάλιστα απ’ την ολονύκτια αγρυπνία και κούραση απ’ τα Σόρβα και τον Αϊ-Βασίλη…!

Ο μυλωνάς, ο γερο-Τσαγκαδούρας, γύρισε ύστερα από λίγο πίσω, πήγε τη φοράδα στον μικρό αυτοσχέδιο σταύλο που είχε στήσει ανατολικά του νερόμυλου για να την προφυλάσσει απ’ το κρύο και τις παγωνιές του χειμώνα κι ανέβηκε κατόπιν ν’ αφήσει τα σέα του απάνω στον οντά. Ανοίγοντας την πόρτα, βλέπει ξαφνικά μπροστά του τον μικρό Νικόλα να γλυκοκοιμάται, ακουμπισμένος στην κόχη του τζακιού, αγκαλιά με το οκάρ’κο το κυπρί και τη γιομάτη με χοιρινό κρέας σούβλα του…!

- «Μπααα…! Τι βλέπουν τα μάτια μου…! Αγγελάκι να ’ναι ετούτο δω…, ή, κανένα καλικαντζαράκι που βγήκε μέσ’ απ’ το Ζιργιό…!», αναρωτήθηκε μέσα του, βλέποντας το μικρό Νικόλα…! Σίμωσε αλαφροπατώντας κοντά του, ανασήκωσε προσεχτικά λιγάκι την κατσούλα απ’ το πρόσωπό του για να ιδεί ποιος είναι ο αναπάντεχος αυτός επισκέπτης νυχτιάτικα. Κι ευθύς, τον σκούντησε ανάλαφρα στον ώμο να ξυπνήσει, σιγά-σιγά, μην τον τρομάξει…!

- Ξύπνα, βρε αθεόφοβο…! Πώς ήρθες με τέτοιον καιρό εδώ κάτω…! Τον ξανασκούντησε πάλι ανάλαφρα και του σιγόειπε:

- Ξύπνα, βρε ζαβολιάρικο, δεν ακούς; Ο Νικόλας άνοιξε τα μάτια του ξαφνικά κι είδε τον ασπρομάλλη γέροντα μυλωνά να του χαμογελά καλόψυχα και να του λέει, ήρεμα-ήρεμα, και γλυκά, μην τον τρομάξει:

- Άγγελάκι είσαι εσύ, παιδάκι μου, ή, καλικαντζαράκι που βγήκε μεσ’ απ’ το Ζιργιό; Και τι γυρεύεις τέτοιαν ώρα εδώ κάτω με τέτοιο δρόλαπα κι αγριοκαίρι; Ο Νικόλας, ύστερα από τα γλυκά και συμπαθητικά λόγια του γερο-μυλωνά αναθάρρησε, σπάζοντας ένα παραπονεμένο και κοφτό χαμόγελο…!

- Πήγα στα Σόρβα, παππούλη, απόψε…! Γύρισα όλο το χωριό, χτυπώντας το οκάρ’κο το κυπρί μου και τραγουδώντας τον Αϊ-Βασίλη…! Μάζεψα όλο αυτό το χοιρινό κρέας, που βλέπεις…! Κι έδειξε τη γιομάτη σούβλα του με το χοιρινό κρέας, σηκώνοντάς την προς τα πάνω...!

- Τη γέμισα ως απάνω, παππούλη, και την έφερα εδώ σ’ εσένα να σου δώσω το κρέας και να μου δώσεις λίγο αλεύρι για να κάμει η έρμη μάνα μου τη βασιλόπιτα. Φτάνει αυτό το κρέας, παππούλη, να μου γεμίσεις τον τρουβά αλεύρι, ή, να πάω να γυρίσω και στους άλλους δυο μαχαλάδες που δεν πήγα, στον Αϊ-Γιώργη και στο Κονάκι, να πω κι εκεί τον Αϊ-Βασίλη κι ύστερα να ξανάρθω εδώ να μου τον γεμίσεις;

Ο γερο-μυλωνάς πήρε τη σούβλα απ’ τα χέρια του μικρού, τη ζύγιασε πρωτόγονα με τα δικά του χέρια, ανασηκώνοντάς την προς τα πάνω, δυο - τρεις, φορές, για να ιδεί το βάρος της κι είπε πειράζοντας το Νικόλα:

- Τι να φτάσ’ αυτό, γιε μ’…! Ούτε δυο χούφτες αλεύρι δε φτάνει να πάρεις…! Αυτό δε φτάνει, καλά-καλά, ούτε τον πάτο του τρουβά σου να καλύψεις…!


- Τότε να πάω και στους άλλους δυο μαχαλάδες να πω τον Αϊ-Βασίλη, παππούλη…!

- Πού να πας τώρα, παιδάκι μου, με τέτοιον χιονιά και τέτοιο αγριοκαίρι…!

- Εεε…, τότε, πάρ’ το και δώσ’ μου, όσο φτάνει, παππούλη…! Πάρτο και δώσ’ μου, έστω, δυο χούφτες, όπως λες, για να ξεγελάσουμε κι εμείς τη μέρα αυτή τη γιορτερή, κάμνοντάς μας η μάνα μια μικρή- μικρή, έστω βασιλόπιτα, αύριο που ’ναι Αϊ—Βασιλιού…! Η έρμη η μάνα μας δεν έχει ουτ’ ένα δράμι αλεύρι μες στο κασόνι της να κάνει τη Βασιλόπιτα…! Κι οι δυο χούφτες που λες, φτάνουν για μια βασιλόπιτα, εεε…, παππούλη; Δε φτάνουν; Τι λες κι εσύ;

Τα λόγια αυτά τρύπησαν βαθιά την καρδιά του γερο-μυλωνά και δυο κόμποι δάκρυα πήγαν να κυλήσουν απ’ τα ζαρωμένα μάτια του στο άκουσμα των λόγων του εννιάχρονου αγοριού, μα..., τα συγκράτησε να μη φανούν και στενοχωρήσει το παιδί…!

- Τόση ώρα όμως κουβεντιάζουμε εδώ και δεν μου ’πες, πώς σε λένε, τίνος παιδί είσαι και…, πώς ήρθες εδώ κάτω με τόσο χιόνι και τέτοιο άγριο δρολάπι…! Δε φοβήθηκες; Κι αυτός ο πατέρας σου, πως σ’ έστειλε έτσι μοναχό εδώ κάτω μ’ ένα χιόνι ως το γόνα;

- Δεν έχω πατέρα, παππούληηη…! Ο πατέρας μου πέθανε πέρσι το χειμώνα, τέτοιον καιρό, κοντά στα Χριστούγεννα…!


Δαγκώθηκε ο γερο-μυλωνάς, όταν τ’ άκουσε αυτό…! Κατάλαβε ποιανού παιδί ήταν…! Ήταν το παιδί του…. Βαγγέλη του Τζίτζικα…, και…, γυρνώντας το πρόσωπό του, κατά την άλλη μεριά, δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί κι άφησε τους δυο πρωτύτερους κόμπους τα δάκρυά του να κυλήσουν, χωρίς να βγάλει μιλιά…! Έβγαλε το μαντίλι, σκούπισε τα δάκρυά του και ξαναγύρισε πάλι κοντά στο Νικόλα. Τον έπιασε απ’ το χέρι, τον έφερε σιμότερα στη φωτιά, του ’βγαλε το μουσκεμένο απ’ τα χιόνια κοντοκάπι και τις λαστιχένιες μπότες του και τα κρέμασε από ’να τσιβί δίπλα στο τζάκι να στεγνώσουν.

Βλέποντας τα βουρκωμένα μάτια του γερο-μυλωνά ο Νικόλας, τον πήρε κι αυτόν τα παράπονο κι αρχίνησε να κλαίει, χωρίς να μιλάει…!

Ο μυλωνάς, ο γερο-Τσαγκαδούρας, του χάιδεψε τα μουσκεμένα του μαλλιά και του πρότεινε να ξαπλώσει στο κρεβάτι να κοιμηθεί εκεί, ώσπου να ξημερώσει. Ο Νικόλας όμως δε δέχτηκε. Ήθελε να γυρίσει νύχτα πίσω στο σπίτι τους, πριν ξημερώσει ακόμα, πριν ξυπνήσει η μάνα του, για να της κάνει την έκπληξη…!

Την ώρα εκείνη άρχισε, ξαφνικά, να χτυπάει απάνω στη μυλόπετρα το πέταλο αδιάκοπα, Τσαγκ-τσουγκ…! Τσαγκ-τσουγκ…! Τσαγκ-τσουγκ…! Τσαγκ-τσουγκ…! Ήταν το ειδοποιητήριο μήνυμα στο μυλωνά, πως, το στάρι στο αμπάρι τελειώνει και πρέπει να το ξαναγεμίσει.

Περίμενε εδώ εσύ, μικρέ, ώσπου να ’ρθω, είπε ο ασπρομάλλης Μυλωνάς και κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά, χωρίς να πει άλλη κουβέντα στον μικρό. Πήγε ίσα στη σταματήρα, την τράβηξε δυνατά κι ο μύλος σταμάτησε μεμιάς να δουλεύει. Ο μονότονος αχός της μυλόπετρας κόπασε κι ο γερο-μυλωνάς πήρε ευθύς μιαν άσπρη πάνινη σακούλα (μικρό τσουβαλάκι) και με την τσίγκινη σέσουλα τη γέμισε ως απάνω αλεύρι…! Πήρε κατόπιν ένα κομμάτι σπάγκο, τη σφιχτόδεσε γερά από πάνω, απ’ τ’ ανοιχτό της μέρος, για να μην του χυθεί στο δρόμο, την ακούμπησε πλάι στον πόθο και φώναξε, ευθύς, το Νικόλα να πάρει μαζί του όλα τα πράγματά του και να κατεβεί κάτω.

Ο Νικόλας σηκώνεται, γρήγορα-γρήγορα, φοράει τις λαστιχένιες μπότες, φοράει το κοντοκάπι του πατέρα, παίρνει το κυπρί και τη σούβλα με το κρέας και κατεβαίνει γρήγορα κάτω.

- Έλα τώρα, πες και σ’ εμένα τον Αϊ-Βασίλη, μικρέ…! Θέλω να τον ακούσω απ’ τα ίδια σου τα χείλη, τα δικά σου…! Θέλω να τον τραγουδήσεις, όπως τον τραγούδησες απόψε, απάνω στο χωριό, χτυπώντας και το κυπρί σου δυνατά…! Κι ο μικρός Νικόλας αρχίνησε να λέει άναργα και καθαρά, με τη λεπτή και λαγαρή φωνή του τον Αϊ-Βασίλη, χτυπώντας το κυπρί του δυνατά και ρυθμικά, σύμφωνα με το ρυθμό του τραγουδιού:

Αγιός Βασίλης νέρχιτι, Γινάρης ξημιρώνει.

Βασίλη μ’, πόθιν έρχισι κι απόθιν κατιβαίνεις;

Ιγώ απ’ τα ξένα έρχουμι κι στα δικά μου πάου

Σαν έρχισ’ απ’ την ξενιτιά, πες μας ένα τραγούδι

Ιγώ γράμματα μάθινα, τραγούδια δεν ηξεύρου

Σαν μάθινις τα γράμματα, πες μας την αλφαβήτα

Στην πατερίτσα ακούμπισι να πει την αλφαβήτα

Κι η πατερίτσα ήταν χλωρή κι απόλυκι κλωνάρια

Κλωνάρια χρυσοκλώναρα κι ανάργυρα τα φύλλα…

Και χαμηλά στη ρίζα της λιβάδια κι πηγάδια

Να κατιβαίν’ οι πέρδικις να παίρνουν να γιομίζουν

Να παίρν’ νιρό στα νύχια τους κι μόσχο στα φτιρά τους

Να λούζουν τουν αφέντη τους, μαζί μες την κυρά τους…!



- Χρόνια Πολλά, παππούλη, κι άλλος Αϊ-Βασίλ’ς…!

Χρόνια πολλά, παιδί μου, χρόνια πολλά και του Χρόνου…!

Έσκυψε, τότε ο μυλωνάς, φίλησε το μικρό Νικόλα στο μάγουλο, πήρε τη γεμάτη αλεύρι πάνινη σακούλα και την έδωσε στην αγκαλιά του μικρού, λέγοντας:

- Κοίτα, τι σου ’φερε, απόψε, ο Αϊ-Βασίλης για τα Σόρβα, Νικολάκη…! Πάρ’ το αυτό ως φιλοδώρημα για τον κόπο που έκανες, να κατεβείς εδώ κάτω με τέτοιον άγριο καιρό, να μου πεις τον Αϊ-Βασίλη…! Ογδόντα χρονών κοντεύω τώρα και κανείς, μα κανείς, μέχρι σήμερα, παιδάκι μου, δεν κατέβηκε εδώ κάτω να μου πει τον Αϊ-Βασίλη…! Τέτοιον Αϊ-Βασίλη δεν ξανάζησα κι ούτε πρόκειται να ξαναζήσω…!

- Κι εγώ, παππούλη, τέτοιο φιλοδώρημα στα Σόρβα τον Αϊ-Βασίλη, δεν έχω πάρει μέχρι τώρα κι ούτε πιστεύω, πως…, θα ξαναπάρω…!

- Άιντε και του χρόνου…! Και του χρόνου να μου ξανάρθεις, Νικολάκη, τ’ ακούς;

- Πάρε κι εσύ τώρα, παππούλη μου, αυτή τη σούβλα με το κρέας για να πατσίσουμε, ίσα-ίσα, λέει ο Νικόλας.

- Όχι…! Όχι, παιδάκι μου…! Πάρε μαζί σου και τη σούβλα με το κρέας, σα φιλοδώρημα από μένα για τα Σόρβα και για τον Αη-Βασίλη που ήρθες και μου είπες εδώ κάτω, απόψε…! Πάρ’ το να κάνει η μάνα σου του ταχιά, τ’ Αϊ-Βασιλιού, μια καλή τηγανιά για σας και το τζιομπάνο…!

Η αιωρούμενη αλευρόσκονη κατακάθονταν πάνω στην ψαριά γενειάδα και στ’ άσπρα μαλλιά του γέροντα μυλωνά, πασπαλίζοντάς τα, ωσάν χρυσό φωτοστέφανο αγιοσύνης…! Τα πλανεμένα μάτια του εννιάχρονου Νικόλα, μοιάζαν σα να θωρούν, την ώρα εκείνη μπροστά τους, την αληθινή, την αδύνατη κι ασκητική μορφή του ίδιου, του Αγίου Βασιλείου…!

- Άιντε, πήγαινε τώρα στο καλό, παιδάκι μου…! Κι άκου…!. Κάθε φορά που θα πλησιάζει να σωθεί τ’ αλεύρι απ’ το κασόνι σας, να παίρνεις παραμάσκαλα την πάνινη αυτή σακούλα που σου ’δωσα και να ’ρχεσαι κατευθείαν εδώ. Έχει, ξέρεις κι άλλο δρόμο, πιο σύντομο απ’ αυτόν που ήρθες τώρα. Θα ’ρχεσαι απ τα Κάτω Αλώνια, θα περνάς ανάμεσ’ απ’ τα Κυράθ’κα τα σπίτια και το Αρχαιολογικό Μουσείο, θα ροβολάς στην κατηφόρα, θα προσπερνάς την αποθήκη του Τζιώτα του Καλαμπούκα, θα πέφτεις χαμηλά στο τριφύλλι του Αντώνη του Γκριτζέλη, κι αμέσως μετά θα βρίσκεσαι εδώ, μπροστά στο Μύλο μου…!

Έλα, τώρα, ’τοιμάσου και πήγαινε στο καλό, γιατί θα σε περιμένει κι η δόλια η μάνα σου…! Θ’ ανησυχεί τόσες ώρες που λείπεις…!

Του ’δεσε με μια μικρή τριχιά στον ώμο τη ζαλωμένη άσπρη πάνινη σακούλα, πιάνοντάς την κάτω από τις μασχάλες του, για να μην του φύγει και του χυθεί στο δρόμο το αλεύρι, τον φίλησε στα μαλλιά και τον έβγαλε ως του Γκοβεδάρου το Μπαξέ (ξενοδοχείο Ελίμεια), του ’δειξε την Τρανή Ανηφόρα στα Ντουμπάδικα και του ευχήθηκε να πάει στο καλό…!

Ήταν νύχτα ακόμη, όταν ο μικρός Νικόλας ανηφόριζε τα Ντουμπάδικα σπίτια. Σαν έφτασε στο σπίτι, μπήκε νυχοπατώντας στο κελάρι, ξεζαλώθηκε από πάνω του την άσπρη πάνινη σακούλα, άνοιξε αθόρυβα το κασόνι και την απόθεσε μέσα μαζί με τη σούβλα και το χοιρινό κρέας. Άφησε το καπάκι του κασονιού μισάνοιχτο για να το ιδεί η μάνα κ’ ήρθε ξάπλωσε πάλι πλάι μας αθόρυβα, χωρίς να τον πάρει είδηση κανείς…!!


Σαν ξύπνησε το πρωί η μάνα και πήγε στο κελάρι, όπως συνήθιζε να κάνει κάθε πρωί, είδε το κασόνι μισάνοιχτο και παραξενεύτηκε…! Σίμωσε κοντά, ανασήκωσε το καπάκι και…, τι να ιδεί…! Μια άσπρη πάνινη σακούλα γιομάτη αλεύρι ως απάνω, και…, μια κρανίσια σούβλα, απ’ άκρη σ’ άκρη, γιομάτη κρέας χοιρινό...! Αναρωτήθηκε, αν αυτό που βλέπαν, τα μάτια της, ήταν ψέμα ή όνειρο…! Άρχισε να σιγοκλαίει πάλι, κρυφά από μας, μες στο κελάρι…!

Ήρθε, σιγά-σιγά, εκεί που κοιμόμασταν όλοι εμείς στη σειρά καταγής, γονάτισε από τη δεξιά μεριά που κοιμόταν ο Νικόλας, τράβηξε ανάλαφρα το γιδίσιο πανωσκέπασμά μας και τον φίλησε στα μαλλιά, στο λαιμό και στο μάγουλο με μάτια πνιγμένα στο δάκρυ…!

- Πώς το ’καμες αυτό, παιδάκι μου, με τέτοιο δρολάπι; Με τέτοιο αγριοκαίρι; Πώς το μάζεψες τόσο κρέας; Πού πήγες; Δε φοβήθηκες τα σκυλιά, το χιονιά, το κρύο; Και τ’ αλεύρι; Πού το βρήκες τόσο αλεύρι, παιδάκι μου;

- Πήγα στα Σόρβα, μάνα…! Πήγα και είπα..! τον Αϊ-Βασίλη σ’ όλο το χωριό…! Μάζεψα αυτό το κρέας που είδες στην κρανίσια σούβλα και κατέβηκα, όλη νύχτα, κάτω στο μύλο του παππού Τσαγκαδούρα να το ανταλλάξω μ΄ αλεύρι. Μα ο παππούλης δεν το δέχτηκε, μάνα…! Μου γέμισε την άσπρη πάνινη σακούλα αλεύρι, μου ’δωσε και τη σούβλα με το κρέας πίσω, με ξεπροβόδισε κι ως στου Γκοβεδάρου το Μπαξέ και τα ’φερα. Δεν μπορούσα, μάνα, να σε βλέπω έτσι βαλαντωμένη τέτοια Χρονιάρα μέρα, ανήμερα τ’ Αϊ-Βασιλιού…!

Δάκρυσε πάλι η μάνα, σαν άκουσε τα λόγια αυτά, έσκυψε και τον ξαναφίλησε τρεις φορές στο μάγουλό του...! Και την ίδια μέρα, Παραμονή Πρωτοχρονιάς, πριν να φέξει ακόμα, πήγε στο μαγειρειό, πήρε τη σκάφη και το πλαστήρι, έζωσε τη μόρικη χαρακτηριστική ποδιά της, έφερε όλα τα σύνεργα του ζυμώματος μες στο χειμωνιάτικο τον οντά, που ήταν αναμμένο το τζάκι, στρώθηκε καταγής στο πάτωμα σε εδραία θέση, τοποθετώντας το πλαστήρι πάνω στα γόνατά της, κι αρχίνησε να πλάθει…, να πλάθει…, χαρούμενη κι ευτυχισμένη τα φύλλα της βασιλόπιτάς μας…!

Εκείνη την Πρωτοχρονιά γέλασε χαρούμενο κι ευτυχισμένο το τραπέζι μας με την αχνάτη βασιλόπιτά μας και τ’ αφράτο βασιλόψωμο για το τζιομπάνο μας…! Κι η δόλια η μάνα μας, που έβλεπε έτσι γιομάτο το τραπέζι κι εμάς τόσο χαρούμενα, πετούσε απ’ τη χαρά της, γελούσε κι έκλαιγε μαζί, όλη την ώρα…, στάζοντας τα δάκρυά της απάνω στη βασιλόπιτα και στο πλούσιο την ημέρα εκείνη Αγιοβασιλιάτικο τραπέζι μας…! Ήταν η πιο χαρούμενη Πρωτοχρονιά που ζήσαμε εμείς τα πέντε ορφανά, αφότου πέθανε ο πατέρας…!



Λάζαρος Νάνος. Συνταξιούχος εκπαιδευτικός



Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια